Выбрать главу

«Ξέρει ότι είμαι εδώ», είπε η Μουαραίν στον Πρόμαχο, «και βρήκε κάποια του Μαύρου Άτζα για να στήσει την παγίδα. Ίσως νομίζει ότι με έπιασε. Ήταν μια μικρή λάμψη της Δύναμης, αλλά ίσως να είναι αρκετά δυνατός ώστε να την έχει νιώσει».

«Τότε, δεν θα υποψιαστεί ότι πηγαίνουμε εκεί», είπε ήρεμα ο Λαν. Παραλίγο να χαμογελάσει.

Ο Πέριν τους κοίταξε με τα δόντια γυμνωμένα. «Κι αυτή;»

απαίτησε να μάθει. «Τι της έκανε, Μουαραίν; Είναι ζωντανή; Δεν βλέπω να ανασαίνει!»

«Είναι ζωντανή», είπε αργά η Μουαραίν. «Δεν μπορώ, δεν τολμώ να πλησιάσω αρκετά για να πω κάτι παραπάνω, αλλά είναι ζωντανή. Η κοπέλα... κοιμάται, κατά κάποιον τρόπο. Όπως κοιμούνται οι αρκούδες το χειμώνα. Η καρδιά της χτυπά τόσο αργά που μπορείς να μετρήσεις λεπτά ολόκληρα μεταξύ των χτύπων. Το ίδιο συμβαίνει και με την ανάσα της. Κοιμάται». Ακόμα και μέσα από εκείνη την κουκούλα, ο Πέριν ένιωσε το βλέμμα της πάνω του. «Φοβάμαι ότι δεν είναι πια εκεί μέσα, Πέριν. Δεν είναι άλλο πια στο σώμα της».

«Τι εννοείς ότι δεν είναι πια στο σώμα της; Φως μου! Δεν ι ν νοείς ότι... πήραν την ψυχή της. Σαν τους Φαιούς Ανθρώπους!» Η Μουαραίν κούνησε το κεφάλι κι αυτός ανάσανε με ανακούφιση. Το στήθος του πονούσε, σαν να μην είχε ανασάνει από την τελευταία φορά που είχε μιλήσει η Μουαραίν. «Τότε πού είναι, Μουαραίν;»

«Δεν ξέρω», είπε αυτή. «Έχω μια υποψία, αλλά δεν ξέρω».

«Μια υποψία, μια ιδέα, οτιδήποτε! Που να καώ, πού είναι;» Ο Λαν σάλεψε ακούγοντας την τραχύτητα στη φωνή του, αλλά ο Πέριν ήξερε ότι θα προσπαθούσε να τσακίσει τον Πρόμαχο σαν σίδερο στη μέγγενη, αν έκανε να τον σταματήσει. «Πού;»

«Είναι λίγα αυτά που ξέρω, Πέριν». Η φωνή της Μουαραίν ήταν σαν ψυχρή μουσική, χωρίς συναίσθημα. «Θυμήθηκα τα λίγα που ξέρω γι’ αυτό που συνδέει ένα σκαλισμένο σκαντζόχοιρο με το Πνεύμα. Το γλυπτό είναι ένα τερ’ανγκριάλ, που τελευταία φορά το είχε μελετήσει η Κοριάνιν Νεντέαλ, η τελευταία Ονειρεύτρια που είχε ο Πύργος. Το Ταλέντο που ονομάζεται Ονείρεμα είναι κάτι που αφορά το Πνεύμα, Πέριν. Δεν το μελέτησα ποτέ· τα δικά μου Ταλέντα βρίσκονται αλλού. Πιστεύω ότι η Ζαρίν έχει παγιδευτεί μέσα σε ένα όνειρο, ίσως ακόμα και στον Κόσμο των Ονείρων, τον Τελ’αράν’ριοντ. Όλο το είναι της βρίσκεται μέσα σε αυτό το όνειρο. Όλο. Μια Ονειρεύτρια στέλνει μόνο μέρος του εαυτού της. Αν η Ζαρίν δεν επιστρέψει γρήγορα, τότε το σώμα της θα πεθάνει. Ίσως συνεχίσει να ζει στο όνειρο. Δεν ξέρω».

«Είναι πάρα πολλά που δεν ξέρεις», μουρμούρισε ο Πέριν. Κοίταξε στο δωμάτιο και του ήρθε να κλάψει. Η Ζαρίν έμοιαζε τόσο μικρή, έτσι που κείτονταν εκεί, τόσο ανήμπορη. Φάιλε. Ορκίζομαι ότι θα σε λέω μονάχα Φάιλε από δω και πέρα. «Γιατί δεν κάνεις κάτι;»

«Η παγίδα έκλεισε, Πέριν, αλλά είναι τέτοια που μπορεί να πιάσει όποιον μπαίνει σε αυτό το δωμάτιο. Μέχρι να φτάσω στο πλάι της, θα έπιανε και μένα. Κι έχω μια δουλειά που πρέπει να κάνω απόψε».

«Που να καείς, Άες Σεντάι! Που να καεί η δουλειά σου! Αυτός ο Κόσμος των Ονείρων είναι σαν τα λυκίσια όνειρα; Είπες ότι αυτές οι Ονειρεύτριες μερικές φορές έβλεπαν λύκους».

«Σου είπα ό,τι μπορώ», είπε αυτή με έναν οξύ τόνο. «Είναι καιρός να φύγετε. Ο Λαν κι εγώ πρέπει να πάμε στην Πέτρα. Τώρα δεν υπάρχει περιθώριο για αναμονή».

«Όχι». Το είπε ήσυχα, αλλά όταν η Μουαραίν άνοιξε το στόμα, ο Πέριν ύψωσε τη φωνή του. «Όχι! Δεν θα την αφήσω!»

Η Άες Σεντάι πήρε μια βαθιά ανάσα. «Πολύ καλά, Πέριν». Η φωνή της ήταν πάγος· γαλήνια, λεία, παγωμένη. «Μείνε, εάν το επιθυμείς. Ίσως επιζήσεις από αυτή τη βραδιά. Λαν!»

Η Άες Σεντάι και ο Πρόμαχος προχώρησαν στο διάδρομο και πήγαν στα δωμάτιά τους. Σε λίγο επέστρεψαν, με τον Λαν να φορά το μανδύα του που άλλαζε χρώματα και χάθηκαν στη σκάλα, δίχως να του πουν άλλη λέξη.

Αυτός έμεινε να κοιτάζει τη Φάιλε από την ανοιχτή πόρτα. Κάτι πρέπει να κάνω. Αν είναι πράγματι σαν τα λυκίσια όνειρα...

«Πέριν», ακούστηκε το βαθύ μπουμπουνητό του Λόιαλ, «τι έγινε με τη Φάιλε;» Ο Ογκιρανός ήρθε από το διάδρομο φορώντας μόνο το πουκάμισό του, με μελάνι στα δάχτυλα και μια πένα στο χέρι. «Ο Λαν μου είπε ότι πρέπει να φύγω και μετά είπε κάτι για τη Φάιλε σε μια παγίδα. Τι εννοούσε;»

Έχοντας την προσοχή του αλλού, ο Πέριν του εξιστόρησε αυτά που είχε πει η Μουαραίν. Ίσως πετύχει. Ίσως. Πρέπει να πετύχει! Ξαφνιάστηκε όταν ο Λόιαλ μούγκρισε.

«Όχι! Πέριν, δεν είναι σωστό! Η Φάιλε ήταν πολύ ελεύθερη. Δεν είναι σωστό να την παγιδεύει κάποιος!»

Ο Πέριν έστρεψε το βλέμμα στο πρόσωπο του Λόιαλ και ξαφνικά θυμήθηκε τις παλιές ιστορίες, που έλεγαν ότι οι Ογκιρανοί γίνονταν άσπονδοι εχθροί. Τα αυτιά του Λόιαλ είχαν στραφεί προς τα πίσω, κολλητά στο κεφάλι του και το πλατύ πρόσωπό του ήταν σκληρό, σαν αμόνι.