Выбрать главу

«Λόιαλ, θα προσπαθήσω να βοηθήσω τη Φάιλε. Αλλά όσο το κάνω, θα είμαι ανήμπορος. Θα φυλάς τα νώτα μου;»

Ο Λόιαλ σήκωσε εκείνα τα πελώρια χέρια, που κρατούσαν με τόση προσοχή τα βιβλία και τα χοντρά του δάχτυλα καμπύλωσαν, σαν έτοιμα να σπάσουν πέτρα. «Κανένας δεν θα περάσει από μένα όσο ζω, Πέριν. Ούτε Μυρντράαλ, ούτε ο ίδιος ο Σκοτεινός». Το είπε σαν να δήλωνε ένα απλό γεγονός.

Ο Πέριν ένευσε και ξανακοίταξε από την πόρτα. Πρέπει να πετύχει. Δεν με νοιάζει αν η Μιν με προειδοποίησε γι αυτήν ή όχι! Με ένα γρύλισμα, πήδηξε προς τη Φάιλε, απλώνοντας το χέρι του. Πριν χαθεί, του φάνηκε ότι άγγιξε τον αστράγαλό της.

Ο Πέριν δεν ήξερε αν το όνειρο της παγίδας ήταν ο Τελ’αράν’ριοντ ή όχι, αλλά ήξερε ότι ήταν το λυκίσιο όνειρο. Τον περιέβαλλαν κυματιστοί, χλοεροί λόφοι και διάσπαρτα αλσύλλια. Είδε ελάφια να βοσκούν κοντά στα δέντρα και ένα κοπάδι κάποιων ζώων που έτρεχαν στο χορτάρι, όμοια με καφέ ελάφια με ραβδώσεις, αλλά με μακριά, ίσια κέρατα. Οι οσμές στον άνεμο του είπαν ότι ήταν καλά για φάγωμα και άλλες μυρωδιές έλεγαν ότι ολόγυρά του υπήρχε πλούσιο κυνήγι. Αυτό ήταν το λυκίσιο όνειρο.

Συνειδητοποίησε ότι φορούσε το μακρύ, δερμάτινο γιλέκο του σιδερά, με τα μπράτσα γυμνά. Και είχε ένα βάρος στο πλευρό του. Άγγιξε τη ζώνη του τσεκουριού, μα αυτό που κρέμονταν από τη θηλιά δεν ήταν το τσεκούρι. Ψηλάφισε το βαρύ σφυρί σιδερά. Του έδινε τη σωστή αίσθηση.

Ο Άλτης προσγειώθηκε μπροστά του.

Ήρθες και πάλι, σαν ανόητος. Η εικόνα που του έστειλε, έδειχνε ένα λυκάκι να χώνει τη μύτη του σε έναν κούφιο κορμό δέντρου για να γλύψει το μέλι, παρά τις μέλισσες, που του τσιμπούσαν τη μουσούδα και τα μάτια. Ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος από ποτέ, Νεαρέ Ταύρε. Μοχθηρά πράγματα περιδιαβαίνουν το όνειρο. Οι αδελφοί και οι αδελφές αποφεύγουν τα όρη της πέτρας που στοιβάζουν οι δίποδοι και σχεδόν φοβούνται να ονειρευτούν ο ένας τον άλλο. Πρέπει να φύγεις!

«Όχι», είπε ο Πέριν. «Η Φάιλε είναι εδώ, κάπου εδώ πέρα, παγιδευμένη. Πρέπει να τη βρω, Άλτη. Πρέπει!» Ένιωσε κάτι να σαλεύει μέσα του, κάτι να αλλάζει. Κοίταξε τα δασύτριχα πόδια του, τις πλατιές πατούσες του. Ήταν λύκος, πιο μεγάλος κι από τον Άλτη.

Η παρουσία σου εδώ παραείναι ισχυρή! Το μήνυμα έδειχνε πόσο κατάπληκτος ήταν. Θα πεθάνεις, Νεαρέ Ταύρε!

Αν δεν ελευθερώσω το γεράκι, δεν με νοιάζει, αδελφέ.

Τότε θα κυνηγήσουμε, αδελφέ.

Με τις μύτες γυρισμένες κόντρα στον άνεμο, οι δύο λύκοι έτρεξαν στην πεδιάδα, αναζητώντας το γεράκι.

54

Μέσα στην Πέτρα

Ο Ματ, καθώς κοίταζε στις σκιές του φεγγαριού, αποφάσισε ότι οι στέγες του Δακρύου δεν ήταν μέρος για βρίσκεται ένας λογικός άνθρωπος τη νύχτα. Κάτι παραπάνω από πενήντα βήματα —το άνοιγμα αυτού του μεγάλου δρόμου, ή ίσως ήταν στενή πλατεία― χώριζαν την Πέτρα από την κεραμιδοσκεπή όπου βρισκόταν ο Ματ, δύο ορόφους ψηλότερα από το πλακόστρωτο. Αλλά πότε ήμουν λογικός; Οι μόνοι άνθρωποι που γνώρισα και ήταν συνεχώς λογικοί, ήταν τόσο βαρετοί που νύσταζες και μόνο που τους έβλεπες. Είτε δρόμος ήταν, είτε πλατεία, τον είχε ακολουθήσει σε όλο το γύρο της Πέτρας μετά το ηλιοβασίλεμα· το μόνο μέρος απ’ όπου δεν περνούσε ήταν από τη μεριά του ποταμού, όπου ο Ερινίν κυλούσε σύρριζα στο φρούριο και τίποτα δεν τον έκοβε, παρά μόνο το τείχος της πόλης. Εκείνο το τείχος ήταν μόνο δύο σπίτια πιο πέρα, στα δεξιά του. Ως τώρα, η κορυφή του τείχους έμοιαζε να είναι το καλύτερο μονοπάτι προς την Πέτρα, αλλά όχι τέτοιο που θα χαιρόταν να το ακολουθήσει.

Μάζεψε τη ράβδο του και ένα μικρό, τενεκεδένιο κουτί με συρμάτινο χερούλι και πλησίασε προσεκτικά μια τούβλινη καμινάδα, που ήταν κάπως πιο κοντά στο τείχος. Το δέμα με τα βεγγαλικά κουνήθηκε στην πλάτη του. Αρχικά ήταν στρογγυλό, πριν καταπιαστεί μαζί του νωρίτερα, στο δωμάτιο και τώρα ήταν ένας μπόγος με βεγγαλικά μέσα, στριμωγμένα όσο πιο πολύ μπορούσε, αν και ακόμα υπερβολικά μεγάλο για να το κουβαλά στις στέγες μέσα στο σκοτάδι. Πιο πριν, ο μπόγος είχε κάνει το πόδι του να γλιστρήσει, ρίχνοντας ένα κεραμίδι από τη στέγη και κάποιος που κοιμόταν σε ένα δωμάτιο παρακάτω είχε ξυπνήσει, κραυγάζοντας «κλέφτης!» και κάνοντας τον Ματ το βάλει στα πόδια. Ίσιωσε ασυναίσθητα το δέμα και ζάρωσε στις σκιές της καμινάδας. Ύστερα από λίγο, ακούμπησε κάτω το τενεκεδένιο κουτί· το συρμάτινο χερούλι ζεσταινόταν κι είχε γίνει πολύ άβολο στο κράτημα.

Ένιωθε λίγο περισσότερη ασφάλεια εξετάζοντας έτσι την Πέτρα, από τις σκιές, αλλά το θέαμα δεν ήταν ενθαρρυντικό. Το τείχος της πόλης δεν ήταν χοντρό, σαν εκείνα που είχε δει σε άλλα μέρη, στο Κάεμλυν ή στην Ταρ Βάλον· είχε πλάτος το πολύ ένα βήμα και το στήριζαν μεγάλες, πέτρινες αντηρίδες, που τώρα τις είχε καταπιεί το σκοτάδι. Το ένα βήμα ήταν αρκετό πλάτος για να περπατήσει κανείς, φυσικά, μόνο που δεξιά κι αριστερά θα έπεφτες από ύψος δέκα απλωσιών ― μέσα στο σκοτάδι, πάνω σε σκληρό πλακόστρωτο. Αλλά μερικά απ’ αυτά τα παλιόσπιτα είναι κολλητά με το τείχος, μπορώ να ανέβω στην κορυφή σχετικά εύκολα και μετά πάει ευθεία στην Πέτρα!