Выбрать главу

Έφτανε ως εκεί, βέβαια, αλλά αυτό δεν ήταν ιδιαίτερη παρηγοριά. Οι πλευρές της Πέτρας έμοιαζαν με γκρεμούς. Ξανακοίταξε αυτό το ύψος και είπε στον εαυτό του ότι θα μπορούσε να το σκαρφαλώσει. Φυσικά και μπορώ. Είναι σαν τους γκρεμούς στα Όρη της Ομίχλης. Ανηφόριζαν πάνω από εκατό βήματα ίσια πάνω, πριν εμφανιστεί ο πρώτος προμαχώνας. Χαμηλότερα πρέπει να υπήρχαν σχισμές για βέλη, αλλά μέσα στη νύχτα δεν τις διέκρινε. Και δεν θα χωρούσε σε μια τέτοια σχισμή. Εκατό βήματα, που να πάρει. Εκατόν είκοσι, ίσως. Που να καώ, ακόμα και ο Ραντ δεν θα προσπαθούσε να το σκαρφαλώσει. Αλλά ήταν ο μόνος τρόπος που είχε βρει για να μπει. Όλες οι πύλες που είχε δει ήταν κλεισμένες και έμοιαζαν αρκετά γερές για να αντέξουν ένα κοπάδι ταύρους. Επιπλέον, υπήρχαν καμιά ντουζίνα στρατιώτες που τις φύλαγαν όλες, φορώντας κράνη και θώρακες, ζωσμένοι με σπαθιά.

Ξαφνικά, ο Ματ ανοιγόκλεισε τα μάτια και κοίταξε τη μια πλευρά της Πέτρας. Υπήρχε στ’ αλήθεια κάποιος βλάκας που σκαρφάλωνε εκεί, ο οποίος μετά βίας φαινόταν, σαν μια κινούμενη σκιά στο φως του φεγγαριού και είχε ήδη φτάσει στα μισά, ενώ τον χώριζαν εβδομήντα βήματα από το πλακόστρωτο παρακάτω. Είναι βλάκας αυτός, ε; Ε, λοιπόν, το ίδιο κι εγώ, επειδή κι εγώ θα ανέβω. Που να καώ, μπορεί να τους ξεσηκώσει σε συναγερμό εκεί πέρα και να με πιάσουν. Δεν έβλεπε πια τον αναρριχητή. Ποιος στο Φως είναι; Τι σημασία έχει ποιος είναι; Που να καώ, τι χαζός τρόπος να κερδίσεις ένα στοίχημα. Θα ζητήσω ένα φιλί από την καθεμιά τους, ακόμα και από τη Νυνάβε!

Άλλαξε θέση για να κοιτάξει το τείχος, προσπάθησε να διαλέξει ένα σημείο για να σκαρφαλώσει και ξαφνικά ένιωσε ατσάλι στο λαιμό του. Δίχως να σκεφτεί, το χτύπησε για να το απομακρύνει και θέρισε τα πόδια του άλλου με τη ράβδο του. Κάποιος άλλος κλώτσησε αυτόν στα πόδια, ρίχνοντάς τον κάτω, σχεδόν πάνω στον άντρα που είχε ρίξει ο ίδιος. Κυλίστηκε στα κεραμίδια, έχασε το μπογαλάκι με τα πυροτεχνήματα -αν πέσει στο δρόμο, θα τους σπάσω το κεφάλι!― ενώ στριφογύριζε τη ράβδο· την ένιωσε να βρίσκει σάρκα και για δεύτερη φορά άκουσε γρυλίσματα. Κι έπειτα ένιωσε δύο λεπίδες στο λαιμό του.

Μαρμάρωσε, με τα χέρια απλωμένα. Οι αιχμές κοντών δοράτων, που ήταν θαμπές έτσι ώστε να μην καθρεφτίζουν το αμυδρό φως του φεγγαριού, πίεζαν τη σάρκα του και μόλις που δεν τον έκοβαν για να βγει αίμα. Το βλέμμα του τα ακολούθησε ως τα πρόσωπα αυτών που τα κρατούσαν, αλλά τα κεφάλια τους ήταν καλυμμένα και τα πρόσωπά τους είχαν μαύρα πέπλα, τα οποία άφηναν να φανούν μονάχα τα μάτια τους, που τον κοίταζαν. Που να καώ, έπεσα σε πραγματικούς κλέφτες! Τι έπαθε η τύχη μου;

Φόρεσε ένα πλατύ χαμόγελο, με άφθονα δόντια, για να το δουν στο φεγγαρόφωτο. «Δεν θέλω να σας εμποδίσω στη δουλειά σας, οπότε, αν με αφήσετε να συνεχίσω το δρόμο μου, θα σας αφήσω να πάτε στο δικό σας και δεν θα πω τίποτα». Οι άντρες με τα πέπλα δεν κουνήθηκαν, ούτε και τα δόρατά τους. «Ούτε εσείς θέλετε σαματά, ούτε εγώ. Δεν θα σας προδώσω». Στέκονταν σαν αγάλματα, ατενίζοντάς τον. Που να καώ, δεν προλαβαίνω να μπλεχτώ. Ώρα να ρίξω τα ζάρια. Για μια παγερή στιγμή, του φάνηκε ότι τα λόγια στο μυαλό του ήταν παράξενα. Έσφιξε τη ράβδο του, που βρισκόταν παραδίπλα του ― και παραλίγο να κραυγάσει όταν κάποιος του πάτησε με δύναμη τον καρπό.

Γύρισε το βλέμμα για να δει ποιος ήταν. Που να καώ, τι βλάκας που είμαι, ξέχασα τον άλλο, που έπεσα πάνω του. Αλλά είδε μια άλλη μορφή να κινείται πίσω από εκείνον που του πατούσε τον καρπό και σκέφτηκε ότι, τελικά, ήταν καλύτερα που δεν είχε κατορθώσει να πιάσει τη ράβδο του.

Αυτό που πατούσε το χέρι του ήταν μια μαλακή μπότα, με κορδόνια ως το γόνατο. Του κέντριζε τη μνήμη. Κάτι για έναν άντρα που είχαν συναντήσει στα βουνά. Το βλέμμα του ταξίδεψε πιο πάνω, στις μορφές που τύλιγε η νύχτα, προσπαθώντας να διακρίνει το κόψιμο και το χρώμα των ρούχων τους —έμοιαζαν να είναι από σκιά, χρώματα που έμπλεκαν τόσο καλά με το σκοτάδι, που δεν μπορούσες να τα δεις καθαρά― στάθηκε για λίγο σε ένα μαχαίρι με μακριά λεπίδα στη μέση του άλλου και, στο τέλος, σταμάτησε στο σκούρο πέπλο του προσώπου του. Ένα πρόσωπο με μαύρο πέπλο. Μαύρο πέπλο.

Αελίτες! Που να καώ, τι γυρεύουν οι άτιμοι οι Αελίτες εδώ πέρα! Ένιωσε μια παγωνιά στο στομάχι όταν θυμήθηκε ότι οι Αελίτες φορούσαν το πέπλο όταν σκότωναν.