Выбрать главу

«Ναι», είπε μια αντρική φωνή, «είμαστε Αελίτες». Ο Ματ τινάχτηκε ξαφνιασμένος· δεν είχε καταλάβει ότι είχε μιλήσει δυνατά.

«Χορεύεις καλά για κάποιον που αιφνιδιάστηκε», είπε μια νεαρή, γυναικεία φωνή. Του φάνηκε ότι ήταν εκείνη που στεκόταν πάνω στο χέρι του. «Ίσως, κάποια άλλη μέρα, να έχω χρόνο να χορέψω κανονικά μαζί σου».

Έκανε να χαμογελάσει -αν θέλει να χορέψει μαζί μου, τουλάχιστον δεν πρόκειται να με σκοτώσουν!― αλλά, αντίθετα, έσμιξε τα φρύδια. Αχνοθυμόταν ότι οι Αελίτες μερικές φορές εννοούσαν κάτι διαφορετικό όταν έλεγαν κάτι τέτοιο.

Τράβηξαν τα δόρατά τους και τον σήκωσαν όρθιο. Αυτός τους έσπρωξε και ξεσκονίστηκε, σαν να στεκόταν σε κοινή αίθουσα και σε μια στέγη με τέσσερις Αελίτες, μέσα στη νύχτα. Οι Αελίτες είχαν φαρέτρες και μαχαίρια στη μέση, καθώς και αρκετά δόρατα ο καθένας στη ράχη, μαζί με τόξα σε θήκες, με τις μακριές λεπίδες των δοράτων να ξεπροβάλλουν πάνω από τους ώμους τους. Άκουσε τον εαυτό του να τραγουδάει το «Είμαι Στον Πάτο Του Πηγαδιού» και σταμάτησε.

«Τι κάνεις εδώ;» ρώτησε η αντρική φωνή. Με τα πέπλα, ο Ματ δεν ήταν σίγουρος ποιος είχε μιλήσει· η φωνή έμοιαζε να ανήκει σε άνθρωπο μεγάλης ηλικίας, είχε αυτοπεποίθηση, έμοιαζε συνηθισμένη να διατάζει. Του φαινόταν ότι μπορούσε να ξεχωρίσει τουλάχιστον τη γυναίκα· ήταν η μόνη μορφή από τις τέσσερις που ήταν κοντύτερή του και μάλιστα όχι πολύ. Οι άλλοι τον περνούσαν ένα κεφάλι, αν όχι παραπάνω. Άτιμοι Αελίτες, σκέφτηκε. «Σε παρακολουθούμε αρκετή ώρα», είπε ο μεγαλύτερος άντρας, «σε είδαμε να παρακολουθείς την Πέτρα. Την εξέτασες από κάθε γωνιά. Γιατί;»

«Μπορώ να ρωτήσω το ίδιο κι εσάς», είπε μια άλλη φωνή. Ο Ματ ήταν ο μόνος που τινάχτηκε, καθώς ένας άντρας με φαρδύ παντελόνια έβγαινε από τις σκιές. Έμοιαζε να είναι ξυπόλητος, για να έχει καλύτερο πάτημα στα κεραμίδια. «Περίμενα ότι θα έβρισκα κλέφτες, όχι Αελίτες», συνέχισε ο άντρας, «αλλά μη νομίσετε ότι φοβάμαι που είστε περισσότεροι». Ένα λεπτό ραβδί, όχι ψηλότερο από το μπόι του, εμφανίστηκε και θόλωσε από την ταχύτητα που το στριφογύριζε. «Το όνομά μου είναι Τζούιλιν Σάνταρ και είμαι κλεφτοκυνηγός. Θα ήθελα να μάθω τι κάνετε στις στέγες, παρακολουθώντας την Πέτρα».

Ο Ματ κούνησε το κεφάλι. Πόσος κόσμος είναι στις στέγες απόψε; Μόνο ο Θομ έλειπε, να έρθει και να παίξει την άρπα του, ή να κάποιος που έψαχνε για πανδοχείο. Κλεφτοκυνηγός, που να πάρει! Αναρωτήθηκε γιατί οι Αελίτες απλώς στέκονταν έτσι.

«Για άνθρωπος της πόλης, ξέρεις πώς να ενεδρεύεις», είπε η φωνή του μεγαλύτερου άντρα. «Αλλά γιατί μας παρακολουθείς; Δεν κλέψαμε τίποτα. Γιατί κι εσύ ο ίδιος κοίταζες τόσο συχνά την Πέτρα;»

Ακόμα και στο φεγγαρόφωτο, η έκπληξη αυτού του ανθρώπου ήταν ολοφάνερη. Τινάχτηκε, άνοιξε το στόμα ― και το έκλεισε πάλι, καθώς τέσσερις ακόμα Αελίτες ξεπρόβαλλαν από τη σκοτεινιά πίσω του. Με έναν αναστεναγμό, έγειρε στο λεπτό ραβδί του. «Φαίνεται ότι πιάστηκα κι εγώ», μουρμούρισε. «Φαίνεται ότι εγώ πρέπει να απαντήσω στις ερωτήσεις σας». Κοίταξε προς την Πέτρα και ύστερα κούνησε το κεφάλι. «Έκανα... ένα πράγμα σήμερα... που με βασανίζει». Φαινόταν σχεδόν σαν να μονολογούσε, προσπαθώντας να βγάλει μια άκρη. «Ένα μέρος του εαυτού μου λέει ότι ήταν σωστό αυτό που έκανα, ότι πρέπει να υπακούω. Βέβαια, φαινόταν σωστό όταν το έκανα. Αλλά μια φωνούλα μου λέει ότι... πρόδωσα κάτι. Είμαι βέβαιος ότι αυτή η φωνή έχει άδικο και είναι πολύ αδύναμη, αλλά δεν λέει να σταματήσει». Τότε σταμάτησε ο ίδιος να μιλάει, κουνώντας πάλι το κεφάλι.

Ένας Αελίτης ένευσε και μίλησε με τη φωνή του μεγαλύτερου άντρα. «Είμαι ο Ρούαρκ, της φυλής των Εννέα Κοιλάδων του Τάαρνταντ Άελ και κάποτε ήμουν Άεθαν Ντορ, Κόκκινη Ασπίδα. Μερικές φορές, οι Κόκκινες Ασπίδες κάνουν αυτό που κάνουν οι ληστοκυνηγοί σας. Σου το λέω αυτό, για να καταλάβεις ότι ξέρω τι κάνεις και τι είδους άνθρωπος πρέπει να είσαι. Δεν θέλω το κακό σου, Τζούιλιν Σάνταρ των ληστοκυνηγών, ούτε το κακό του λαού της πόλης σου, αλλά δεν θα σε αφήσουμε να σημάνεις συναγερμό. Αν μείνεις σιωπηλός, θα ζήσεις· αν όχι, δεν πρόκειται».

«Δεν θέλετε το κακό της πόλης», είπε αργά ο Σάνταρ. «Τότε γιατί ήρθατε εδώ;»

«Για την Πέτρα». Ο τόνος του Ρούαρκ έκανε φανερό ότι δεν θα έλεγε τίποτα παραπάνω.

Ύστερα από μια στιγμή, ο Σάνταρ ένευσε και μουρμούρισε: «Μου έρχεται να ευχηθώ να μπορούσατε να βλάψετε την Πέτρα, Ρούαρκ. Θα κρατήσω το στόμα μου κλειστό».

Ο Ρούαρκ έστρεψε το πρόσωπό του, με τα πέπλα, στον Ματ. «Κι εσύ, ανώνυμε νεαρούλη; Θα μου πεις τώρα γιατί παρακολουθούσες την Πέτρα με τόση προσοχή;»

«Απλώς, ήθελα να κάνω μια βολτούλα στο φεγγαρόφωτο», είπε ανάλαφρα ο Ματ. Η νεαρή γυναίκα ακούμπησε ξανά τη μύτη του δόρατός της στο λαιμό του· αυτός προσπάθησε να μην καταπιεί. Ε, ίσως μπορώ να τους πω κάτι λίγο. Δεν έπρεπε να δείξει ότι ήταν ταραγμένος· όταν καταλάβαινε κάτι τέτοιο ο άλλος, έχανες το όποιο πλεονέκτημα μπορεί να είχες. Με πολλή προσοχή, με δύο δάχτυλα, παραμέρισε το ατσάλι της από πάνω του. Του φάνηκε ότι εκείνη γέλασε μαλακά. «Κάποιοι φίλοι είναι μέσα στην Πέτρα», είπε προσπαθώντας να πάρει ανέμελο ύφος. «Αιχμάλωτοι. Θέλω να τους βγάλω».