«Μονάχος, ανώνυμε;» είπε ο Ρούαρκ.
«Ε, δεν φαίνεται να υπάρχει άλλος», είπε ξερά ο Ματ. «Εκτός αν θέλεις να βοηθήσεις. Κι εσύ ο ίδιος δείχνεις να ενδιαφέρεσαι για την Πέτρα. Αν θέλεις να μπεις μέσα, ίσως μπορούσαμε να μπούμε μαζί. Είναι δύσκολη ζαριά, όπως κι αν το δεις, αλλά έχω καλή τύχη». Τουλάχιστον μέχρι τώρα. Έπεσα σε Αελίτες με μαύρα πέπλα και δεν μου έκοψαν το λαρύγγι· τι καλύτερη τύχη να υπάρχει. Που να καώ, δεν θα ήταν άσχημο να είχα μερικούς Αελίτες μαζί μου εκεί μέσα. «Δεν θα ήταν κακή ιδέα να στοιχηματίσεις στην τύχη μου».
«Δεν είμαστε εδώ για αιχμαλώτους, τζογαδόρε», είπε ο Ρούαρκ.
«Είναι ώρα, Ρούαρκ». Ο Ματ δεν κατάλαβε ποιος Αελίτης είχε μιλήσει, αλλά ο Ρούαρκ κατένευσε.
«Ναι, Γκαούλ». Το βλέμμα του στράφηκε από τον Ματ στον Σάνταρ και πάλι πίσω. «Μη σημάνεις συναγερμό». Έτριψε και σε δυο βήματα είχε γίνει ένα με τη νύχτα.
Ο Ματ τινάχτηκε. Και οι άλλοι Αελίτες, επίσης, είχαν φύγει, αφήνοντάς τον μόνο με το ληστοκυνηγό. Εκτός αν άφησαν κάποιον να μας παρακολουθεί. Φως μου, πώς θα το καταλάβαινα, αν έκαναν κάτι τέτοιο; «Ελπίζω να μη θες να με σταματήσεις κι εσύ», είπε στον Σάνταρ, καθώς έριχνε πάλι το μπογαλάκι με τα πυροτεχνήματα στον ώμο του και μάζευε τη ράβδο του. «Θέλω να μπω μέσα, είτε χρειαστεί να σε προσπεράσω, είτε να πατήσω πάνω σου, ό,τι απ’ τα δύο είναι να γίνει». Πλησίασε στην καμινάδα για να πάρει το τενεκεδένιο κουτί· τώρα, το συρμάτινο χερούλι ήταν κάτι παραπάνω από ζεστό.
«Αυτοί οι φίλοι σου», είπε ο Σάνταρ. «Μήπως είναι τρεις γυναίκες;»
Ο Ματ τον κοίταξε συνοφρυωμένος κι ευχήθηκε να υπήρχε αρκετό φως για να δει καθαρά το πρόσωπό του. Η φωνή του άντρα ακουγόταν παράξενη. «Τι ξέρεις γι’ αυτές;»
«Ξέρω ότι είναι στην Πέτρα. Και ξέρω μια μικρή πύλη, κοντά στο ποτάμι, όπου ένας ληστοκυνηγός μπορεί να μπει μαζί με έναν κρατούμενο, για να τον πάει στα κελιά. Τα κελιά όπου πρέπει να είναι κι αυτές. Αν με εμπιστευτείς, τζογαδόρε, μπορώ να μας πάω ως εκεί. Τι θα γίνει από κει και μετά είναι ζήτημα τύχης. Ίσως η τύχη σου μας βγάλει έξω ζωντανούς».
«Ανέκαθεν ήμουν τυχερός», είπε αργά ο Ματ. Νιώθω αρκετά τυχερός ώστε να τον εμπιστευτώ; Δεν του άρεσε η ιδέα να προσποιηθεί τον κρατούμενο· φαινόταν ότι πολύ εύκολα η προσποίηση μπορούσε να γίνει πραγματικότητα. Αλλά δεν φαινόταν να είναι μεγαλύτερο το ρίσκο απ’ όσο αν προσπαθούσε να σκαρφαλώσει εκατό μέτρα πέτρας, μέσα στο σκοτάδι.
Έριξε μια ματιά στο τείχος της πόλης κι έμεινε κοιτώντας. Σκιές κυλούσαν κατά μήκος του· μουντές μορφές που έτρεχαν. Αελίτες, ήταν βέβαιος γι’ αυτό. Πρέπει να ήταν πάνω από εκατό. Εξαφανίστηκαν, αλλά μετά διέκρινε σκιές να κινούνται στην απόκρημνη πλευρά, που ήταν η απότομη πρόσοψη της Πέτρας του Δακρύου. Και νωρίτερα σκεφτόταν να ανέβει από κει. Ο τύπος εκείνος μπορεί να έμπαινε μέσα χωρίς να δοθεί συναγερμός —όπως έλεγε ο Ρούαρκ― αλλά εκατό Αελίτες, παραπάνω ίσως, θα ήταν σαν να χτυπούσαν καμπάνες. Μπορεί, όμως, να δημιουργούσαν αντιπερισπασμό. Αν έκαναν φασαρία κάπου εκεί πάνω, μέσα στην Πέτρα, τότε οι φρουροί των κελιών μπορεί να μην έδιναν τόση προσοχή σε έναν κλεφτοκυνηγό. που έφερνε μέσα κάποιον κλέφτη.
Δεν θα έκανα άσχημα να χειροτερέψω το κομφούζιο. Αρκετά δουλειά έκανα γι αυτό. «Πολύ καλά, κλεφτοκυνηγέ. Κοίτα μόνο να μην αποφασίσεις την τελευταία στιγμή ότι είμαι πραγματικός κρατούμενος. Κάτσε μόνο να ξεσηκώσω λίγο τη μυρμηγκοφωλιά και φεύγουμε αμέσως για την πύλη που λες». Του φάνηκε ότι ο Σάνταρ έσμιξε τα φρύδια, αλλά δεν ήθελε να πει στον άλλο περισσότερα απ’ όσα έπρεπε.
Ο Σάνταρ τον ακολούθησε στις στέγες, σκαρφαλώνοντας εξίσου εύκολα κι αυτός σε ψηλότερα κτίρια. Η τελευταία στέγη ήταν λίγο μόνο πιο χαμηλή από την κορυφή του τείχους και το ακουμπούσε.
αρκούσε να κάνει μια έλξη, αντί να σκαρφαλώσει.
«Τι κάνεις;» ψιθύρισε ο Σάνταρ.
«Περίμενέ με εδώ».
Κρατώντας στο ένα χέρι το τενεκεδένιο κουτί και στο άλλο τη ράβδο οριζόντια μπροστά του, ο Ματ πήρε μια βαθιά ανάσα και κατευθύνθηκε προς την Πέτρα. Προσπάθησε να μη σκέφτεται πόσο μακριά ήταν το πλακόστρωτο πιο κάτω. Φως μου, το άτιμο έχει πλάτος ένα μέτρο! Θα μπορούσα να περπατήσω πάνω τον με τα μάτια κλειστά, στον ύπνο μου! Πλάτος ένα μέτρο, στο σκοτάδι, με πάνω από δεκαπέντε μέτρα να τον χωρίζουν από το πλακόστρωτο. Επίσης, προσπάθησε να μη σκέφτεται το ενδεχόμενο να το είχε σκάσει ο Σάνταρ, όταν θα ξαναγύριζε πίσω. Είχε πια δεσμευτεί σε αυτό το χαζό σχέδιο, ότι θα έκανε δήθεν τον κρατούμενο, αλλά φαινόταν πολύ πιθανό να ξαναγυρίσει στη στέγη μόνο και μόνο για να ανακαλύψει ότι ο Σάνταρ είχε φύγει, ίσως για να φέρει στρατιώτες, για να τον πάρουν στ’ αλήθεια κρατούμενο. Μην το σκέφτεσαι. Κάνε τη δουλειά που έχεις μπροστά σου. Τουλάχιστον θα δω, τελικά, με τι μοιάζουν.