Όπως το υποψιαζόταν, υπήρχε μια σχισμή για βέλη ακριβώς στο τέλος του τείχους της Πέτρας, ένα ψηλό, στενό άνοιγμα, απ’ όπου να μπορούσε να ρίξει ένας τοξότης. Αν η Πέτρα δεχόταν επίθεση, οι στρατιώτες από μέσα θα ήθελαν έναν τρόπο να σταματήσουν όσους προσπαθούσαν να μπουν από δω. Τώρα, η σχισμή ήταν σκοτεινή. Δεν φαινόταν να παρακολουθεί κανείς. Αυτό ήταν κάτι, ακόμα, που είχε προσπαθήσει να μη σκέφτεται.
Ακούμπησε γοργά το τενεκεδένιο κουτί στα πόδια του, στήριξε τη ράβδο στην άλλη μεριά, έτσι ώστε να γεφυρώσει το χάσμα με την Πέτρα και ξεκρέμασε τον μπόγο από την πλάτη του. Το στρίμωξε βιαστικά στη σχισμή, πιέζοντάς το να μπει όσο πιο μέσα μπορούσε· ήθελε να ακουστεί ο θόρυβος όσο πιο βαθιά στην Πέτρα γινόταν. Τράβηξε μια γωνιά του λαδωμένου πανιού και αποκάλυψε τα δεμένα φιτίλια. Με λίγη σκέψη νωρίτερα, στο δωμάτιό του, είχε κόψει τα μακρύτερα φιτίλια ώστε να είναι ίσα με τα κοντύτερα, χρησιμοποιώντας τα κομμάτια για να δέσει όλα τα φιτίλια μαζί. Φαινόταν ότι όλα θα άναβαν μονομιάς και αυτός ο συνδυασμός του πάταγου και της λάμψης θα προσέλκυε όσους δεν ήταν εντελώς κουφοί.
Το καπάκι του τενεκεδένιου κουτιού ήταν τόσο καυτό που δοκίμασε δυο φορές, φυσώντας κάθε φορά τα δάχτυλά του, να το ανοίξει —ενώ ευχόταν να ήξερε το τρικ της Αλούντρα, που είχε ανάψει τόσο γρήγορα εκείνη τη λάμπα― και να φανερώσει το μαύρο καρβουνάκι που κρυβόταν εκεί μέσα, πάνω σε ένα στρώμα άμμου. Το συρμάτινο χερούλι βγήκε και σχημάτισε μια λαβίδα. Ο Ματ, φυσώντας, ξανάναψε το κάρβουνο, που έλαμψε κατακόκκινο. Άγγιξε το καυτό κάρβουνο στα δεμένα φιτίλια, άφησε τη λαβίδα και το κάρβουνο να πέσουν από το τείχος όταν τα φιτίλια έπιασαν φωτιά, άρπαξε τη ράβδο του και έτρεξε πίσω, κατά μήκος του τείχους.
Τι τρέλα κι αυτή, σκέφτηκε τρέχοντας. Δεν με νοιάζει πόσο μεγάλο κρότο θα κάνει. Μπορεί να σπάσω το λαιμό μου με αυτό που πά-!
Ο βρυχηθμός πίσω του ήταν πιο δυνατός απ’ ό,τι είχε ακούσει ποτέ στη ζωή του· μια τερατώδης γροθιά τον βάρεσε στην πλάτη, κόβοντάς του την ανάσα πριν καν πέσει κάτω, μπρούμυτα, στην κορφή του τείχους, κρατώντας με δυσκολία τη ράβδο, καθώς αυτή έκανε να κυλήσει από την άκρη. Για μια στιγμή, έμεινε ξαπλωτός εκεί, προσπαθώντας να κάνει τα πνευμόνια του να δουλέψουν ξανά, προσπαθώντας να μη σκεφτεί ότι αυτή τη φορά πρέπει να είχε εξαντλήσει την καλή του τύχη με το να μην πέσει από το τείχος. Τα αυτιά του κουδούνιζαν, σαν όλες τις καμπάνες της Ταρ Βάλον μαζί.
Σηκώθηκε προσεκτικά και κοίταξε προς την Πέτρα. Ένα σύννεφο καπνού απλωνόταν γύρω από τη σχισμή για τα βέλη. Πίσω από τον καπνό, η σχισμή φαινόταν διαφορετική. Μεγαλύτερη. Δεν καταλάβαινε το πώς και το γιατί, αλλά φαινόταν μεγαλύτερη.
Μόνο μια στιγμή κάθισε να το σκεφτεί. Στη μια άκρη του τείχους μπορεί να περίμενε ο Σάνταρ, μπορεί να σκόπευε να τον πάρει μέσα στην Πέτρα, σαν δήθεν κρατούμενο ― ή μπορεί να γυρνούσε πίσω τρεχάτος, παρέα με στρατιώτες. Στην άλλη άκρη του τείχους ίσως να υπήρχε τρόπος να μπει μέσα, χωρίς την παραμικρή πιθανότητα να τον προδώσει ο Σάνταρ. Χίμηξε εκεί απ’ όπου είχε έρθει, χωρίς να ανησυχεί πια για το σκοτάδι ή για το βάραθρο δεξιά κι αριστερά του.
Η σχισμή για τα βέλη ήταν όντως πιο ανοιχτή και το μεγαλύτερο μέρος της λεπτής πέτρας στη μέση είχε εξαφανιστεί, αφήνοντας πίσω μια τραχιά τρύπα, σαν να την είχε ανοίξει κάποιος χτυπώντας ώρες πολλές με μια βαριά. Μια τρύπα που έφτανε για να χωρέσει άνθρωπος. Πώς στο Φως; Δεν είχε χρόνο για απορίες.
Πέρασε από το ανώμαλο άνοιγμα, βήχοντας από το δριμύ καπνό, πήδηξε στο δάπεδο από μέσα και έτρεξε καμιά δεκαριά βήματα, πριν εμφανιστούν οι Υπερασπιστές της Πέτρας, δέκα άτομα τουλάχιστον, που φώναζαν μέσα σε γενική αναταραχή. Οι περισσότεροι φορούσαν μόνο τα πουκάμισά τους και κανένας δεν είχε κράνος ή θώρακα. Κάποιοι κρατούσαν λάμπες. Κάποιοι έφεραν γυμνωμένα σπαθιά.
Βλάκα! φώναξε μέσα του. Γι αυτά ακριβώς έβαλες τα βρωμοβεγγαλικά! Φωτοτυφλωμένε βλάκα!
Δεν είχε χρόνο να ξαναβγεί στο τείχος. Με τη ράβδο να στριφογυρίζει, όρμησε στους στρατιώτες, πριν προλάβουν να κάνουν κάτι άλλο πέρα από το να τον δουν εκεί. Έπεσε με φούρια πάνω τους, χτυπώντας κεφάλια, σπαθιά, γόνατα, ό,τι έφτανε, ξέροντας ότι ήταν πολλοί και ότι δεν θα τα έβγαζε πέρα μόνος του, ξέροντας ότι η ανόητη ζαριά του είχε στοιχίσει στην Εγκουέν και τις άλλες την όποια ελπίδα είχαν.