Выбрать главу

Ξαφνικά, ο Σάνταρ βρέθηκε εκεί, πλάι του, μέσα στο φως από τις λάμπες που είχαν ρίξει κάτω οι άντρες καθώς προσπαθούσαν να πιάσουν τα σπαθιά τους, με το λιγνό ραβδί του να στριφογυρνά πιο γρήγορα κι από τη ράβδο του Ματ. Παγιδευμένοι ανάμεσα σε δύο ραβδομάχους, αιφνιδιασμένοι, οι στρατιώτες έπεσαν σαν κορύνες σε παιχνίδι μπόουλινγκ.

Ο Σάνταρ κοίταξε τους πεσμένους άντρες κουνώντας το κεφάλι. «Υπερασπιστές της Πέτρας. Επιτέθηκα σε Υπερασπιστές! Θα μου κόψουν το κεφάλι και θα το...! Τι ήταν αυτό που έκανες, τζογαδόρε; Η αστραπή και ο κεραυνός, που τσάκισαν την πέτρα. Κάλεσες αστροπελέκια;» Η φωνή του χαμήλωσε, έγινε ψίθυρος. «Συμμάχησα με άντρα που μπορεί να διαβιβάζει;»

«Πυροτεχνήματα», είπε απότομα ο Ματ. Τα αυτιά του ακόμα κουδούνιζαν, αλλά άκουγε κι άλλες μπότες να έρχονται, μπότες που πλησίαζαν βροντώντας στην πέτρα. «Τα κελιά, άνθρωπε μου! Δείξε μου το δρόμο για τα κελιά, πριν έρθουν κι άλλοι εδώ!»

Ο Σάνταρ κούνησε απότομα το κεφάλι του. «Από δω!» Χίμηξε σε ένα διπλανό διάδρομο, μακριά από τις μπότες που πλησίαζαν. «Πρέπει να βιαστούμε! Θα μας σκοτώσουν αν μας βρουν!» Κάπου από πάνω, τα γκονγκ άρχισαν να σημαίνουν συναγερμό και αντήχησαν βροντερά στην Πέτρα.

Έρχομαι, σκέφτηκε ο Ματ καθώς έτρεχε στο κατόπι του κλεφτοκυνηγού. Θα σας βγάλω από δω, ή θα πεθάνω! Το υπόσχομαι!

Τα γκονγκ του συναγερμού έστελναν την εκκωφαντική ηχώ τους στην Πέτρα, αλλά ο Ραντ δεν τα πρόσεξε περισσότερο απ’ όσο είχε προσέξει το βρυχηθμό που είχε ακουστεί προηγουμένως, σαν πνιχτός κεραυνός κάπου από κάτω. Το πλευρό του τον πονούσε· η παλιά πληγή τον έκαιγε, έχοντας ζοριστεί τόσο από την αναρρίχησή του στην πλευρά του οχυρού, που κόντευε να σχιστεί. Ούτε στον πόνο έδινε σημασία. Ένα στραβό χαμόγελο είχε χαραχτεί στο πρόσωπό του, ένα χαμόγελο προσμονής και δέους, που δεν θα μπορούσε να το σβήσει ακόμα κι αν ήθελε. Τώρα ήταν κοντά. Σε αυτό που είχε ονειρευτεί. Το Καλαντόρ.

Θα δώσω ένα τέλος, πια. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, θα ξεμπερδέψω. Τα όνειρα θα σταματήσουν. Οι χλευασμοί, οι κοροϊδίες και το κυνήγι. Θα δώσω τέλος σε όλα!

Γελώντας μόνος του, έτρεξε στους σκοτεινούς διαδρόμους της Πέτρας του Δακρύου.

Η Εγκουέν έφερε το χέρι στο πρόσωπό της, κάνοντας ένα μορφασμό. Ένιωθε μια πικρή γεύση στο στόμα της και διψούσε. Ο Ραντ; Τι; Γιατί ονειρευόμουν πάλι τον Ματ, ένα με τον Ραντ, να φωνάζει ότι έρχεται; Τι;

Άνοιξε τα μάτια, κοίταξε τους γκρίζους, πέτρινους τοίχους, το δαυλό με το φιτίλι από βούρλο, που κάπνιζε και έριχνε τρεμουλιαστές σκιές και μετά τσίριξε, όταν τα θυμήθηκε όλα. «Όχι! Δεν θα με αλυσοδέσουν πάλι! Δεν θα φορέσω το κολάρο! Όχι!»

Η Νυνάβε και η Ηλαίην βρέθηκαν αμέσως δίπλα της. Τα μωλωπισμένα πρόσωπά τους έδειχναν υπερβολική αγωνία και φόβο και οι παρηγορητικοί ήχοι τους δεν γίνονταν πιστευτοί. Αλλά και μόνο η παρουσία τους εκεί αρκούσε για να σιγάσει τις κραυγές της. Δεν ήταν μόνη της. Ήταν αιχμάλωτη, αλλά δεν ήταν μόνη. Και δεν φορούσε το κολάρο.

Προσπάθησε να ανακαθίσει και τη βοήθησαν. Έπρεπε να τη βοηθήσουν όλοι της οι μύες πονούσαν. Θυμόταν κάθε αθέατο χτύπημα σε εκείνη τη μανία, που την είχε σχεδόν τρελάνει όταν είχε συνειδητοποιήσει ότι... Δεν θα σκεφτώ αυτό. Πρέπει να σκεφτώ πώς θα δραπετεύσουμε. Γλίστρησε προς τα πίσω, ώσπου μπόρεσε να ακουμπήσει στον τοίχο. Οι πόνοι της πάλευαν με την εξάντλησή της· εκείνη η μάχη, όταν είχε αρνηθεί να υποκύψει, είχε απαιτήσει και την τελευταία ικμάδα της δύναμης της και οι πληγές έμοιαζαν να πίνουν ακόμα περισσότερη.

Το κελί ήταν εντελώς άδειο, με εξαίρεση τις τρεις τους και το δαυλό. Το πάτωμα ήταν γυμνό, κρύο και σκληρό. Η πόρτα, από τραχιές σανίδες, πελεκημένη σαν να την είχαν γδάρει αναρίθμητα δάχτυλα, ήταν το μόνο άνοιγμα στους τοίχους. Υπήρχαν χαραγμένα μηνύματα στην πέτρα, τα περισσότερα από τρεμάμενα χέρια. Το Φως ας δείξει έλεος και ας με αφήσει να πεθάνω, έλεγε ένα. Το έσβησε από το νου της.

«Είμαστε ακόμα αποκομμένες;» μουρμούρισε βαριά. Ακόμα και η ομιλία την πονούσε. Τη στιγμή που η Ηλαίην κατένευε, συνειδητοποίησε ότι δεν χρειαζόταν να ρωτήσει. Το πρησμένο μάγουλο της χρυσομαλλούσας γυναίκας, το σχισμένο χείλος της και το μαύρο μάτι ήταν αρκετή απάντηση, ακόμα κι αν δεν αρκούσαν οι δικοί της πόνοι. Αν η Νυνάβε μπορούσε να φτάσει στην Αληθινή Πηγή, σίγουρα θα είχαν Θεραπευτεί.