«Προσπάθησα», είπε με απόγνωση η Νυνάβε. «Προσπάθησα και ξαναπροσπάθησα και ξαναπροσπάθησα». Τράβηξε απότομα την πλεξούδα της, ενώ την κατέκλυζε ο θυμός, παρά τον απελπισμένο φόβο στη φωνή της. «Μία απ’ αυτές κάθεται απ’ έξω. Η Αμίκο, εκείνο το αύθαδες νιάνιαρο, αν δεν άλλαξαν από τη στιγμή που μας έριξαν εδώ μέσα. Φαντάζομαι ότι μία αρκεί για να διατηρήσει την αποκοπή, από τη στιγμή που θα την υφάνουν». Άφησε ένα πικρό, ξερό γέλιο. «Τόσο που βασανίστηκαν —τόσο που βασάνισαν και εμάς!― για να μας πιάσουν, θα έλεγε κανείς ότι τώρα, ξαφνικά, δεν έχουμε ιδιαίτερη σημασία. Πέρασαν ώρες που βρόντηξαν πίσω μας την πόρτα και κανένας δεν ήρθε να ρωτήσει κάτι, να φέρει έστω μια στάλα νερό. Ίσως σκοπεύουν να μας αφήσουν εδώ, μέχρι να πεθάνουμε από δίψα».
«Δόλωμα». Η φωνή της Ηλαίην τρεμούλιασε, παρ’ όλο που, προφανώς, προσπαθούσε να μη δείξει φόβο μιλώντας. Προσπαθούσε, με παταγώδη αποτυχία. «Η Λίαντριν είπε ότι είμαστε δόλωμα».
«Δόλωμα για τι;» ρώτησε κοφτά η Νυνάβε. «Δόλωμα για ποιον; Αν είμαι δόλωμα, θα ήθελα να σκαλώσω στο λαιμό του και να τον πνίξω!»
«Για τον Ραντ». Η Εγκουέν σταμάτησε για να καταπιεί· έστω και μια στάλα νερό θα ήταν ευπρόσδεκτη. «Ονειρεύτηκα τον Ραντ και το Καλαντόρ. Νομίζω πως έρχεται εδώ». Αλλά γιατί ονειρεύτηκα τον Ματ; Και τον Πέριν; Είδα ένα λύκο, μα είμαι σίγουρη ότι ήταν αυτός. «Μη φοβάσαι τόσο», είπε, προσπαθώντας να δείξει αυτοπεποίθηση. «Θα τους ξεφύγουμε με κάποιον τρόπο. Αν νικήσαμε τους Σωντσάν, θα καταφέρουμε να κατατροπώσουμε και τη Λίαντριν».
Η Νυνάβε και η Ηλαίην κοιτάχτηκαν, όπως στέκονταν από πάνω της. Η Νυνάβε είπε: «Η Λίαντριν είπε ότι έρχονται δεκατρείς Μυρντράαλ, Εγκουέν».
Το βλέμμα της ξανάπεσε και καρφώθηκε στο μήνυμα που ήταν χαραγμένο στην πέτρα: το Φως ας δείξει έλεος και ας με αφήσει να πεθάνω. Τα χέρια της έγιναν γροθιές. Τα σαγόνια της σφίχτηκαν από την προσπάθεια να μην ουρλιάξει αυτές τις λέξεις. Καλύτερα να πεθάνω. Καλύτερα ο θάνατος, παρά να με παρασύρουν στη Σκιά και να με κάνουν να υπηρετώ τον Σκοτεινό!
Ένιωσε ότι το χέρι της είχε αρπάξει το πουγκί στη ζώνη της. Ένιωσε εκεί μέσα τα δύο δαχτυλίδια, αυτό του Μεγάλου Ερπετού και το μεγαλύτερο, στρεβλωμένο δαχτυλίδι από πέτρα.
«Δεν πήραν το τερ’ανγκριάλ;», απόρησε. Το έβγαλε αδέξια από το πουγκί της. Έμεινε βαρύ στην παλάμη της, όλο ρίγες και στίγματα χρωματιστά, ένα δαχτυλίδι με μονάχα μια πλευρά.
«Δεν ήμασταν καν αρκετά σημαντικές για να μας ψάξουν», αναστέναξε η Ηλαίην. «Εγκουέν, είσαι σίγουρη ότι ο Ραντ θα έρθει εδώ; Θα προτιμούσα να ελευθερωθώ μόνη μου, παρά να περιμένω την πιθανότητα του ερχομού του, αλλά αν υπάρχει κάποιος που μπορεί να νικήσει τη Λίαντριν και την παρέα της, πρέπει να είναι αυτός. Ο Αναγεννημένος Δράκοντας προορίζεται να σηκώσει το Καλαντόρ. Σίγουρα θα έχει την ικανότητα να τους κατατροπώσει».
«Αν τον παρασύρουμε στο κλουβί μαζί μας, όχι», μουρμούρισε η Νυνάβε. «Αν έχουν στήσει μια παγίδα που δεν θα τη δει. Γιατί κοιτάζεις το δαχτυλίδι, Εγκουέν; Ο Τελ’αράν’ριοντ δεν θα μας βοηθήσει τώρα. Εκτός αν ονειρευτείς κάποια διέξοδο από δω».
«Ίσως να το καταφέρω», είπε εκείνη αργά. «Μπορούσα να διαβιβάσω στον Τελ’αράν’ριοντ. Η αποκοπή που μου επέβαλλαν δεν θα με εμποδίσει να τον φτάσω. Το μόνο που έχω να κάνω είναι να κοιμηθώ, όχι να διαβιβάσω. Και είμαι τόσο κουρασμένη, που σίγουρα θα κοιμηθώ».
Η Ηλαίην έσμιξε τα φρύδια κι έκανε ένα μορφασμό καθώς ένιωθε τον πόνο από τους μώλωπές της. «Θα διακινδυνεύσω τα πάντα, αλλά πώς μπορείς να διαβιβάσεις σε ένα όνειρο, αποκομμένη από την Αληθινή Πηγή; Κι αν το μπορείς, πώς αυτό θα μας βοηθήσει εδώ πέρα;»
«Δεν ξέρω, Ηλαίην. Το ότι είμαι αποκομμένη εδώ δεν σημαίνει ότι θα είμαι αποκομμένη και στον Κόσμο των Ονείρων. Αξίζει τουλάχιστον μια δοκιμή».
«Ίσως», είπε ανήσυχα η Νυνάβε. «Κι εγώ θα δοκιμάσω οτιδήποτε, αλλά είδες τη Λίαντριν και τις άλλες την τελευταία φορά που χρησιμοποίησες το δαχτυλίδι. Και είπες ότι κι αυτές σε είδαν. Αν είναι πάλι εκεί;»
«Ελπίζω να είναι», είπε με σκοτεινό ύφος η Εγκουέν. «Ελπίζω να είναι».
Σφίγγοντας το τερ’ανγκριάλ στο χέρι, έκλεισε τα μάτια της. Ένιωσε την Ηλαίην να της σιάζει τα μαλλιά, την άκουσε να μουρμουρίζει απαλά. Η Νυνάβε άρχισε το δίχως λέξεις νανούρισμα από τα παιδικά της χρόνια· αυτή τη φορά, η Εγκουέν δεν θύμωσε γι’ αυτό. Οι απαλοί ήχοι και τα αγγίγματα τη γαλήνεψαν, της επέτρεψαν να παραδοθεί στην κούρασή της, βοήθησαν τον ύπνο να έρθει.
Φορούσε γαλάζιο, μεταξωτό φόρεμα αυτή τη φορά, αλλά σχεδόν δεν έδωσε σημασία. Απαλές αύρες χάιδευαν το πρόσωπό της, ένα πρόσωπο χωρίς μώλωπες και σήκωσαν τις πεταλούδες να στροβιλιστούν πάνω από τα αγριολούλουδα. Η δίψα της είχε χαθεί, το ίδιο και οι πόνοι της. Ανοίχτηκε, αγκάλιασε το σαϊντάρ και τη γέμισε η Μία Δύναμη. Ακόμα και ο θρίαμβος που ένιωσε από την επιτυχία της ήταν μικρός σε σύγκριση με την πλημμύρα της Δύναμης μέσα της.