Νερό γέμισε τους διαδρόμους μέχρι πάνω, πηχτό και μαύρο, σαν τον πάτο της θάλασσας, κόβοντάς του την ανάσα. Το ξανάκανε αέρα, άγνωστο πώς, και έτρεξε. Ξαφνικά, ο αέρας βάρυνε και φαινόταν λες και κάθε πόντος του σώματός του στήριζε ένα βουνό, πιέζοντάς τον από κάθε κατεύθυνση. Μια στιγμή πριν συντριβεί και γίνει ένα τίποτα, διάλεξε ρεύματα από την πλημμύρα της Δύναμης που μαινόταν μέσα του —δεν ήξερε πώς, τι και γιατί· ήταν τόσο γρήγορο, που δεν είχε περιθώριο για γνώση και κατανόηση― και η πίεση χάθηκε. Συνέχισε να καταδιώκει τον Μπα’άλζαμον και ο αέρας έγινε ξαφνικά ένας συμπαγής βράχος που τον κατάπιε, μετά λιωμένη πέτρα και μετά ένα τίποτα, που άφησε τα πνευμόνια του άδεια. Το έδαφος κάτω από τις μπότες του τον τραβούσε, λες και κάθε κιλό ζύγιζε χίλια και μετά κάθε βάρος χάθηκε, έτσι που με ένα βήμα έμεινε να στριφογυρνά στον αέρα. Αθέατα σαγόνια άνοιξαν, για να ξεριζώσουν το μυαλό από το σώμα του, για να αρπάξουν την ψυχή του. Ξέφυγε απ’ όλες τις παγίδες και συνέχισε να τρέχει· ό,τι στρέβλωνε ο Μπα’άλζαμον για να τον καταστρέψει, αυτός το διόρθωνε, δίχως να αντιλαμβάνεται το πώς. Ήξερε, αόριστα, ότι με κάποιον τρόπο ξανάφερνε τα πράγματα στη φυσική ισορροπία τους, τα ανάγκαζε να πάρουν τη θέση τους, με το χορό του κατά μήκος αυτού του απίστευτα λεπτού συνόρου μεταξύ ύπαρξης και ανυπαρξίας, αλλά αυτή η γνώση ήταν μακρινή. Όλη η συνείδηση του βρισκόταν στην καταδίωξη, στο κυνήγι, στο θάνατο που θα έδινε το τέλος.
Και μετά ξαναβρέθηκε στην Πέτρα, καραδοκώντας μέσα στα χαλάσματα, που πριν ήταν τοίχος. Μερικές κολώνες τώρα κρέμονταν σαν σπασμένα δόντια. Και ο Μπα’άλζαμον οπισθοχώρησε μπροστά του, με μάτια που έκαιγαν, με τη σκιά να τον ντύνει. Μαύρες γραμμές, σαν ατσάλινα σκοινιά, έμοιαζαν να ξεκινούν από τον Μπα’άλζαμον και να πηγαίνουν προς το σκοτάδι που στοιβαζόταν ολόγυρά του· κι εξαφανίζονταν σε αφάνταστα ύψη και αποστάσεις μέσα σε εκείνο το σκότος.
«Δεν θα σκοτωθώ!» κραύγασε ο Μπα’άλζαμον. Το στόμα του ήταν φωτιά· η κραυγή του αντιλάλησε στις κολώνες. «Δεν μπορώ να ηττηθώ! Τη βοήθειά σου!» Ένα μέρος του σκοταδιού που τον τύλιγε, ήρθε στα χέρια του και σχημάτισε μια μπάλα τόσο μαύρη, που έμοιαζε να ρουφά ακόμα και το φως του Καλαντόρ. Ξαφνικός θρίαμβος άστραψε στις φλόγες των ματιών του.
«Χάθηκες!» φώναξε ο Ραντ. Το Καλαντόρ στριφογύρισε στα χέρια του. Το φως του χτύπησε το σκοτάδι, έκοψε τις μαύρες γραμμές γύρω από τον Μπα’άλζαμον και τον έκανε να τιναχτεί σπασμωδικά. Σαν να ήταν δύο κι όχι ένας, φάνηκε να μικραίνει και να μεγαλώνει την ίδια στιγμή. «Έσβησες!» Ο Ραντ κάρφωσε την αστραφτερή λεπίδα στο στήθος του Μπα’άλζαμον.
Ο Μπα’άλζαμον ούρλιαξε και οι φωτιές του προσώπου του απλώθηκαν ανεξέλεγκτες. «Ανόητε!» ούρλιαξε. «Ο Μέγας Άρχων του Σκότους δεν μπορεί ποτέ να ηττηθεί!»
Ο Ραντ τράβηξε τη λεπίδα του σπαθιού και το σώμα του Μπα’άλζαμον σακούλιασε και γκρεμίστηκε, ενώ η σκιά γύρω του εξαφανίστηκε.
Ξαφνικά, ο Ραντ βρέθηκε σε μια άλλη Καρδιά της Πέτρας, κυκλωμένος από κολώνες που ήταν ακόμα ολόκληρες και άντρες που πολεμούσαν ουρλιάζοντας και πεθαίνοντας, άντρες με πέπλα και άντρες με θώρακες και κράνη. Η Μουαραίν ακόμα ήταν σωριασμένη στη βάση μιας κολώνας από κοκκινόπετρα. Και στα πόδια του Ραντ κείτονταν το κορμί ενός άντρα, ριγμένο ανάσκελα, με μια καμένη τρύπα στο στήθος του. Ίσως, ως μεσήλικας, να ήταν όμορφος, μόνο που εκεί που έπρεπε να είναι τα μάτια του υπήρχαν μονάχα χάσματα, απ’ όπου σηκώνονταν πλοκάμια μαύρου καπνού.
Τα κατάφερα, σκέφτηκε. Σκότωσα τον Μπα’άλζαμον, σκότωσα τον Σαϊ’τάν! Νίκησα στην Τελευταία Μάχη! Φως μου, είμαι πράγματι ο Αναγεννημένος Δράκοντας! Ο καταστροφέας των εθνών, ο Τσακιστής τον Κόσμου. Όχι! Θα βάλω ΤΕΛΟΣ στην καταστροφή, θα σταματήσω τους σκοτωμούς! Θα τα σταματήσω όλα!
Ύψωσε το Καλαντόρ πάνω από το κεφάλι του. Ασημένιοι κεραυνοί τριζοβόλησαν από τη λεπίδα, κοφτερά κοντάρια που τινάχτηκαν στο μεγάλο θόλο ψηλά. «Σταματήστε!» φώναξε. Η μάχη έπαψε― οι άνθρωποι τον κοίταξαν με δέος κάτω από το μαύρο πέπλο τους, κάτω από το γείσο του στρογγυλού κράνους τους. «Είμαι ο Ραντ αλ’Θορ!» φώναξε, έτσι ώστε η φωνή του να αντηχήσει στην αίθουσα. «Είμαι ο Αναγεννημένος Δράκοντας!» Το Καλαντόρ έλαμψε στο χέρι του.