Выбрать главу

Ένα σωρός από μικρές μορφές και πραγματάκια τυλιγμένα σε σάπια πανιά καταλάμβανε το πάνω μέρος ενός ψηλού βαρελιού δίπλα του. Ο Ματ παραμέρισε τα πράγματα για να ακουμπήσει εκεί τη λάμπα και κοίταξε εξεταστικά την πόρτα. Το τερ'ανγκριάλ. Αν η Εγκουέν ήξερε τι έλεγε. Μάλλον ήξερε· σίγουρα θα είχε μάθει διάφορα παράξενα πράγματα στον Πύργο, όσο κι αν το αρνιόταν. Και βέβαια θα το αρνιόταν. Όμως δεν αρνήθηκε ότι μελετούσε για να γίνει Άες Σεντάι, έτσι δεν είναι; Αν μισόκλεινε τα μάτια του, έμοιαζε να είναι ένα πέτρινο πλαίσιο πόρτας, ελάχιστα γυαλιστερό από μόνο του και ακόμα πιο μουντό από τη σκόνη. Ένα απλό πλαίσιο πόρτας και τίποτα παραπάνω. Ή μάλλον όχι ακριβώς απλό. Τρεις φιδίσιες γραμμές, σκαλισμένες βαθιά στην πέτρα, διέτρεχαν από πάνω ως κάτω τους παραστάτες. Είχε δει πιο καλοδουλεμένα διακοσμητικά και σε αγροτόσπιτα. Μάλλον θα δρασκέλιζε την πόρτα και θα έβλεπε ότι βρισκόταν ακόμα στην ίδια σκονισμένη αίθουσα.

Αλλά δεν θα το μάθω παρά μόνο αν δοκιμάσω, έτσι δεν είναι; Τι τύχη! Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα —και βήχοντας από τη σκόνηέκανε ένα βήμα μέσα.

Ήταν σαν να περνούσε από ένα φύλλο ολόλαμπρου λευκού φωτός, απείρως φωτεινό, απείρως παχύ. Για μια στιγμή, που έμοιαζε να διαρκεί για πάντα, ήταν τυφλός· ένα μουγκρητό γέμισε τα αφτιά του, λες και οι ήχοι του κόσμου είχαν συγκεντρωθεί όλοι μαζί την ίδια στιγμή. Μόνο για τη διάρκεια ενός απροσμέτρητου βήματος.

Έκανε σκοντάφτοντας άλλο ένα βήμα και κοίταξε γύρω του έκθαμβος. Το τερ'ανγκριάλ ήταν ακόμα εκεί, όμως δεν βρισκόταν στο μέρος απ' όπου είχε ξεκινήσει. Το στρεβλωμένο, πέτρινο πλαίσιο στεκόταν στο κέντρο μιας στρογγυλής αίθουσας, με ταβάνι τόσο ψηλό που χανόταν στις σκιές, περικυκλωμένο από παράξενες, στριφογυριστές, κίτρινες κολώνες που ανηφόριζαν στο ζόφο εκεί πάνω, σαν πελώριες κληματσίδες που ελίσσονταν γύρω από στύλους που τώρα είχαν αφαιρεθεί. Ένα μαλακό φως ερχόταν από τις λαμπερές σφαίρες πάνω σε κάτι κουλουριασμένα υποστηρίγματα, φτιαγμένα από κάποιο λευκό μέταλλο. Δεν ήταν ασήμι· παραήταν θαμπή η λάμψη του. Τίποτα, όμως, δεν έδειχνε την πηγή του φωτός· δεν φαινόταν να είναι φλόγα, οι σφαίρες απλώς έλαμπαν. Τα πλακάκια του πατώματος δημιουργούσαν ασπροκίτρινες λωρίδες, που ξεκινούσαν ελικοειδώς από το τερ'ανγκριάλ. Μια βαριά οσμή πλανιόταν στον αέρα, δριμεία, ξερή, όχι ιδιαίτερα ευχάριστη. Ο Ματ ήταν έτοιμος να γυρίσει την πλάτη του και να γυρίσει πίσω εκείνη τη στιγμή.

«Πολύς καιρός».

Τινάχτηκε κι ένα μαχαίρι εμφανίστηκε στο χέρι του. Κοίταξε ανάμεσα στις κολώνες για να βρει από πού είχε ακουστεί η βραχνή φωνή, που είχε προφέρει τόσο τραχιά αυτές τις λέξεις.

«Πολύς καιρός, όμως οι αναζητητές ξανάρχονται για τις απαντήσεις. Οι ερωτώντες πρέπει να έρθουν άλλη μια φορά». Μια μορφή κινήθηκε ανάμεσα στις κολώνες· ανδρική μορφή, φάνηκε στον Ματ. «Ωραία. Έφερες λάμπα, όχι δαυλό, όπως ήταν η συμφωνία ― και είναι, και θα είναι παντοτινά. Δεν έχεις σίδηρο; Ούτε μουσικά όργανα;»

Η μορφή βγήκε από τις κολώνες, ψηλή, ξυπόλητη, με χέρια, πόδια και σώμα τυλιγμένα σε στρώματα κίτρινου υφάσματος. Ο Ματ δεν ήταν πια σίγουρος αν ήταν άντρας. Ή αν ήταν άνθρωπος. Έμοιαζε ανθρώπινη η μορφή εκ πρώτης όψεως, αν και ίσως οι κινήσεις της παραήταν χαριτωμένες, αλλά του φαινόταν υπερβολικά λεπτή για το ύψος της και το πρόσωπό της ήταν στενό, επίμηκες. Το δέρμα της, ακόμα και τα ίσια, μαύρα μαλλιά της, καθρέφτιζαν το χλωμό φως με τρόπο που του θύμιζε φολίδες ερπετού. Και αυτά τα μάτια· οι κόρες ήταν απλώς δυο μαύρες, κάθετες σχισμένες. Όχι, δεν ήταν άνθρωπος.

«Σίδηρο. Μουσικά όργανα. Δεν έχεις τίποτα τέτοιο;»

Ο Ματ αναρωτήθηκε από τι νόμιζε το πλάσμα ότι ήταν φτιαγμένο το μαχαίρι· δεν φαινόταν να το ενοχλεί. Βέβαια η λεπίδα ήταν από καλό ατσάλι, όχι από σίδηρο. «Όχι. Ούτε σίδηρο, ούτε όργανα. Γιατί —» Σταμάτησε απότομα να μιλά. Τρεις ερωτήσεις, είπε η Εγκουέν. Δεν θα χαλούσε τη μια για το σίδηρο και τα όργανα μουσικής. Τι το νοιάζει αν έχω δέκα μουσικούς στην τσέπη και σιδεράδικο στην πλάτη; «Ήρθα εδώ για αληθινές απαντήσεις. Αν δεν τις δίνεις εσύ, πήγαινέ με σ' αυτόν που μπορεί».

Ο άντρας —ο Ματ θεώρησε ότι το πλάσμα ήταν αρσενικό― του χαμογέλασε. Τα δόντια του δεν φάνηκαν. «Όπως ορίζει η συμφωνία. Έλα». Του έκανε νόημα με τα μακριά του δάχτυλα. «Ακολούθησέ με».