Ξαφνικά, καμιά δεκαριά κιτρινοντυμένοι άντρες βρέθηκαν γύρω από τον Ματ, σαν να είχαν εμφανιστεί από το πουθενά, και προσπάθησαν να τον σύρουν προς την πόρτα. Αυτός πάλεψε μαζί τους με γροθιές, αγκώνες, γόνατα. «Ποια μοίρα; Που να καούν οι καρδιές σας, ποια μοίρα;» Τότε καμπάνισε η ίδια η αίθουσα, οι τοίχοι και το πάτωμα σείστηκαν και παραλίγο να ρίξουν κάτω τον Ματ και τους άλλους που του είχαν επιτεθεί. «Ποια μοίρα;»
Οι τρεις ήταν όρθιοι πάνω στα βάθρα και ο Ματ δεν διέκρινε ποιος ούρλιαζε ποια απάντηση.
«Να παντρευτείς την Κόρη των Εννέα Φεγγαριών!»
«Να πεθάνεις και να ξαναζήσεις, και να ζήσεις άλλη μια φορά ένα μέρος αυτού που είχε υπάρξει!»
«Να εγκαταλείψεις το μισό φως του κόσμου για να σώσεις τον κόσμο!»
Κι οι τρεις μαζί τσίριξαν σαν ατμός που βγαίνει με μεγάλη πίεση. «Πήγαινε στο Ρουίντιαν, γιε των μαχών! Πήγαινε στο Ρουίντιαν, κατεργάρη! Πήγαινε, τζογαδόρε! Πήγαινε!»
Οι κιτρινοντυμένοι σήκωσαν τον Ματ στον αέρα, πιάνοντάς τον από τα χέρια και τα πόδια, και άρχισαν να τρέχουν, κρατώντας τον πάνω από τα κεφάλια τους. «Αφήστε με, κιτρινοντυμένοι γιδογέννητοι!» φώναξε παλεύοντας. «Που να σας καούν τα μάτια! Που να πάρει η Σκιά τις ψυχές σας, αφήστε με! Θα σας βγάλω τα σπλάχνα και θα τα κάνω χάμουρα για το άλογό μου!» Όσο κι αν σφάδαζε ή έβριζε, τα μακριά δάχτυλα τον έσφιγγαν σαν σίδερο.
Δυο φορές ακόμα χτύπησε η καμπάνα, ή το παλάτι. Όλα έτρεμαν, σαν να γινόταν σεισμός· οι τοίχοι τρεμούλιαζαν με τις εκκωφαντικές αντηχήσεις, που η καθεμιά ήταν δυνατότερη από την προηγούμενη. Οι δεσμώτες του Ματ παραπατούσαν, έκαναν να πέσουν, μα δεν σταματούσαν ποτέ αυτή τη χαοτική φυγή. Ο Ματ δεν έβλεπε καν πού τον πήγαιναν, ώσπου σταμάτησαν απότομα και τον πέταξαν στον αέρα. Τότε είδε τη στρεβλή πόρτα, το τερ'ανγκριάλ, καθώς πετούσε προς τα κει.
Ένα λευκό φως τον τύφλωσε· ο βρυχηθμός του γέμισε το κεφάλι και έδιωξε κάθε σκέψη.
Έπεσε βαριά σ' ένα σκονισμένο πάτωμα μέσα στο μισοσκόταδο και άρχισε να κατρακυλάει, ώσπου έφτασε στο βαρέλι όπου είχε αφήσει τη λάμπα του, στη Μεγάλη Συλλογή. Το βαρέλι κουνήθηκε, τα πακέτα και οι μορφές έπεσαν στο πάτωμα, με κρότους από πέτρες και πορσελάνες και φίλντισι. Πετάχτηκε όρθιος και χίμηξε πάλι στην πέτρινη είσοδο. «Που να καείτε, δεν μπορείτε να με πετάξετε —!»
Πέρασε από μέσα ― κι έπεσε στα κιβώτια και τα βαρέλια που ήταν από την άλλη μεριά. Δίχως να κοντοσταθεί, γύρισε και χίμηξε ξανά. Με το ίδιο αποτέλεσμα. Αυτή τη φορά πιάστηκε από το βαρέλι όπου στεκόταν η λάμπα του, η οποία παραλίγο να πέσει στα θρύψαλα που είχαν γεμίσει το πάτωμα κάτω από τις μπότες του. Μόλις που πρόφτασε να την αρπάξει, παραλίγο καίγοντας το χέρι του, και την άφησε σε ένα πιο σταθερό πεζούλι.
Που να καώ, δεν έχω διάθεση να μείνω στο σκοτάδι εδώ κάτω, σκέφτηκε ρουφώντας τα δάχτυλά του. Φως μου, έτσι που πάει η τύχη μου, μάλλον θα έπιανε καμιά φωτιά και θα καιγόμουν ζωντανός!
Αγριοκοίταξε το τερ'ανγκριάλ. Γιατί δεν δούλευε; Μπορεί οι τύποι από την άλλη μεριά να το είχαν κλείσει με κάποιον τρόπο. Ουσιαστικά δεν καταλάβαινε τίποτα απ' όσα είχαν συμβεί. Εκείνη η καμπάνα, κι ο πανικός τους. Θαρρείς πως φοβούνταν μήπως σωριαστεί η στέγη στα κεφάλια τους. Τώρα που το σκεφτόταν, παραλίγο αυτό να γίνει. Και το Ρουίντιαν και τα υπόλοιπα. Σαν να μην έφτανε η Ερημιά, του είχαν πει ότι ήταν στη μοίρα του να παντρευτεί κάποια που ονομαζόταν η Κόρη των Εννέα Φεγγαριών. Να παντρευτεί! Και μάλιστα αριστοκράτισσα, κατά πώς φαινόταν. Χίλιες φορές θα προτιμούσε να παντρευτεί ένα γουρούνι, παρά μια αριστοκράτισσα. Και η άλλη η σαχλαμάρα, ότι θα πέθαινε και θα ξαναζούσε. Πολύ ευγενικό εκ μέρους τους που πρόσθεσαν αυτό το τελευταίο! Θα μάθαινε πόσο αληθινό ήταν, αν τον σκότωνε κανένας μαυροντυμένος Αελίτης στο δρόμο για το Ρουίντιαν. Όλα ανοησίες, δεν πίστευε λέξη. Μόνο που... Η παλιόπορτα πράγματι τον είχε πάει κάπου και εκεί ήθελαν να απαντήσουν μόνο τρεις ερωτήσεις, ακριβώς όπως είχε πει η Εγκουέν ότι θα έκαναν.
«Δεν παντρεύομαι εγώ καμία παλιο-αριστοκράτισσα!» είπε στο τερ'ανγκριάλ. «Θα παντρευτώ όταν θα γεράσω και δεν θα μπορώ πια να διασκεδάζω, μόνο τότε! Το Ρουίντιαν το έχω γραμμένο στο —»
Μια μπότα φάνηκε να βγαίνει από τη στρεβλή, πέτρινη πόρτα και την ακολούθησε το υπόλοιπο σώμα του Ραντ, με το φλεγόμενο σπαθί στα χέρια. Η λεπίδα χάθηκε μόλις βγήκε ολόκληρος και ο Ραντ αναστέναξε με ανακούφιση. Ακόμα και στο αμυδρό φως, ο Ματ έβλεπε ότι κάτι τον στενοχωρούσε. Αναπήδησε όταν είδε τον Ματ. «Ψάχνεις στα πέριξ, Ματ; Ή μήπως μπήκες κι εσύ;»
Ο Ματ για μια στιγμή τον κοίταξε επιφυλακτικά. Τουλάχιστον το σπαθί είχε χαθεί. Δεν φαινόταν να διαβιβάζει —αλλά πώς θα το καταλάβαινε;― και δεν έμοιαζε ιδιαίτερα με τρελό. Η αλήθεια ήταν ότι έδειχνε να είναι όπως τον θυμόταν ο Ματ. Θύμισε στον εαυτό του ότι δεν βρίσκονταν πια στο χωριό και ότι ο Ραντ δεν ήταν αυτό που θυμόταν. «Πέρασα, πώς δεν πέρασα. Τι άτιμοι ψεύτες που είναι, αν θες τη γνώμη μου! Τι είναι; Μου θύμιζαν φίδια».