Выбрать главу

«Μα οι απαντήσεις τους είναι αληθινές;» είπε ο Ραντ καθώς η Μουαραίν έστριβε να φύγει. «Είσαι σίγουρη γι' αυτό; Κάτι τέτοιο υπαινίσσονταν τα βιβλία, όμως μπορούν να δώσουν αληθινές απαντήσεις για το μέλλον;»

«Οι απαντήσεις είναι αληθινές», είπε αργά η Μουαραίν, «αρκεί να αφορούν το δικό σου μέλλον. Αυτό, τουλάχιστον, είναι βέβαιο». Κοίταξε τον Ραντ και τον Ματ, που συλλογίζονταν τα λόγια της. «Όσο για το πώς, μόνο εικασίες υπάρχουν. Ότι ο κόσμος είναι...

διπλωμένος... με παράξενους τρόπους. Δεν μπορώ να γίνω πιο σαφής. Μάλλον αυτό τους επιτρέπει να διαβάσουν το νήμα μιας ανθρώπινης ζωής, να διαβάσουν τους διάφορους τρόπους με τους οποίους μπορεί να υφανθεί μέσα στο Σχήμα. Ή ίσως να είναι μια ικανότητα αυτού του λαού. Οι απαντήσεις, όμως, συχνά είναι δυσνόητες. Αν θέλεις βοήθεια για να ανακαλύψεις τι σημαίνουν οι απαντήσεις που έλαβες, σου προσφέρω τις υπηρεσίες μου». Το βλέμμα της πήγε από τον έναν στον άλλο και ο Ματ παραλίγο να βρίσει. Δεν τον πίστευε που είχε πει ότι δεν είχε λάβει απαντήσεις. Εκτός αν ήταν η συνήθης καχυποψία των Άες Σεντάι.

Ο Ραντ της χαμογέλασε αργά. «Και θα μου πεις τι ρώτησες εσύ και τι σου απάντησαν;»

Για απάντηση του αντιγύρισε μια ανέκφραστη, ερευνητική ματιά και ύστερα κίνησε για την πόρτα. Μια μικρή σφαίρα, φωτεινή όσο μια λάμπα, φάνηκε ξαφνικά να αιωρείται μπροστά της, φωτίζοντάς της το δρόμο.

Ο Ματ ήξερε ότι δεν έπρεπε να μπλέξει άλλο τώρα. Έπρεπε να την αφήσει να φύγει και να ευχηθεί ότι η Μουαραίν θα ξεχνούσε την παρουσία του εκεί. Όμως μέσα του έκαιγε ακόμα ένας κόμπος θυμού. Όλα εκείνα τα γελοία πράγματα που είχαν πει. Μπορεί να ήταν αληθινά, αφού το έλεγε η Μουαραίν, αλλά ήθελε να αρπάξει εκείνους τους τύπους από το γιακά, ή απ' όπου αλλού μπορούσε σε εκείνα τα κίτρινα περιτυλίγματα, και να τους βάλει να του εξηγήσουν μερικά πραγματάκια.

«Γιατί δεν μπορείς να πας εκεί και δεύτερη φορά, Μουαραίν;» φώναξε πίσω της. «Γιατί όχι;» Παραλίγο να τη ρωτήσει γιατί ανησυχούσαν για το σίδηρο και τα μουσικά όργανα, αλλά πρόλαβε να δαγκώσει τη γλώσσα του. Αφού δεν είχε καταλάβει τι έλεγαν, δεν θα ήξερε και γι' αυτά.

Εκείνη κοντοστάθηκε στην είσοδο του προθαλάμου και ήταν αδύνατο να ξεχωρίσει ο Ματ αν κοίταζε το τερ'ανγκριάλ ή τον Ραντ. «Αν ήξερα τα πάντα, Μάτριμ, τότε δεν θα είχα ανάγκη να ρωτώ». Κοίταξε μια στιγμή ακόμα στην αίθουσα —τελικά κοίταζε τον Ραντ— και έφυγε χωρίς άλλη κουβέντα.

Για λίγη ώρα ο Ματ και ο Ραντ έμειναν να κοιτάζονται σιωπηλοί.

«Βρήκες αυτό που ήθελες;» ρώτησε στο τέλος ο Ραντ.

«Εσύ;»

Ξεπήδησε μια λαμπερή φλόγα, ισορροπώντας πάνω από την παλάμη του Ραντ. Δεν ήταν η λεία, λαμπερή σφαίρα της Άες Σεντάι, αλλά μια τραχιά φωτιά, σαν δαυλού. Καθώς ο Ραντ ξεκινούσε για να φύγει, ο Ματ πρόσθεσε άλλη μια ερώτηση. «Αλήθεια θα αφήσεις τους Λευκομανδίτες να κάνουν ό,τι θέλουν στο χωριό; Ξέρεις ότι κατευθύνονται προς το Πεδίο του Έμοντ. Αν δεν έχουν ήδη φτάσει. Κίτρινα μάτια, ο άτιμος ο Αναγεννημένος Δράκοντας. Όλα αυτά παραπάνε».

«Ο Πέριν θα κάνει... ό,τι πρέπει να κάνει για να σώσει το Πεδίο του Έμοντ», απάντησε ο Ραντ με μια οδύνη στη φωνή του. «Εγώ πρέπει να κάνω αυτό που πρέπει, αλλιώς δεν θα κατακτηθεί μόνο το Πεδίο του Έμοντ, και μάλιστα ο κατακτητής θα είναι κάτι χειρότερο από τους Λευκομανδίτες».

Ο Ματ στάθηκε κοιτάζοντας το φως εκείνης της φλόγας να σβήνει στο τέλος του διαδρόμου και μετά θυμήθηκε πού βρισκόταν. Έπειτα άρπαξε τη λάμπα του και ξεκίνησε βιαστικά. Στο Ρουίντιαν! Φως μου, τι να κάνω;

16

Αναχωρήσεις

Ξαπλωμένος στα μουσκεμένα από τον ιδρώτα σεντόνια και  ατενίζοντας το ταβάνι, ο Πέριν κατάλαβε ότι το σκοτάδι είχε αρχίσει να γκριζάρει. Σε λίγο ο ήλιος θα ξεμύτιζε από τον ορίζοντα. Πρωί. Ήταν ο καιρός των καινούριων ελπίδων· η ώρα που θα σηκωνόταν να φύγει. Καινούριες ελπίδες. Παραλίγο να βάλει τα γέλια. Πόση ώρα ήταν ξυπνητός; Αυτή τη φορά σίγουρα είχε περάσει μια ώρα από τη στιγμή που είχε ξυπνήσει. Έξυσε το κατσαρό γένι του και μόρφασε. Ο χτυπημένος ώμος του είχε μουδιάσει· ανακάθισε αργά και το πρόσωπό του γέμισε στάλες ιδρώτα καθώς κουνούσε το χέρι του. Συνέχισε μεθοδικά όμως, πνίγοντας τα βογκητά του, καταπίνοντας μερικές βλαστήμιες πού και πού, ώσπου στο τέλος μπορούσε να κουνήσει το χέρι ελεύθερα, αν και όχι άνετα.

Είχε καταφέρει να κοιμηθεί λίγο, όλο διακοπές και ένταση. Όταν ξυπνούσε έβλεπε το πρόσωπο της Φάιλε, τα μαύρα μάτια της να τον κατηγορούν κι ο πόνος που της είχε προκαλέσει τον σούβλιζε μέσα του. Όταν κοιμόταν, ονειρευόταν ότι ανέβαινε στο ικρίωμα και ότι η Φάιλε τον παρακολουθούσε, ή, ακόμα χειρότερα, προσπαθούσε να τον σταματήσει και τα έβαζε με Λευκομανδίτες, που κρατούσαν λόγχες και σπαθιά, ενώ ο Πέριν ούρλιαζε καθώς του περνούσαν μια θηλιά στο λαιμό, ούρλιαζε επειδή οι Λευκομανδίτες σκότωναν τη Φάιλε. Μερικές φορές η Φάιλε τους παρακολουθούσε να τον κρεμούν με ένα χαμόγελο θυμωμένης ικανοποίησης. Δεν ήταν παράξενο που αυτά τα όνειρα τον έκαναν να τινάζεται από τον ύπνο του. Μια φορά είχε ονειρευτεί λύκους να βγαίνουν τρέχοντας από το δάσος για να σώσουν τη Φάιλε και τον ίδιο — μόνο και μόνο για να τους καρφώσουν οι λόγχες των Λευκομανδιτών και τα βέλη των τόξων τους. Η νύχτα δεν είχε προσφέρει ιδιαίτερη ξεκούραση. Πλύθηκε και ντύθηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε και έφυγε από το δωμάτιό του, σαν να έλπιζε ότι θα άφηνε πίσω τη θύμηση των ονείρων.