Выбрать главу

Ο Πέριν άπλωσε το χέρι στη σελίδα όπου πήγαινε να γράψει ο Λόιαλ. «Δεν θα γράψεις κανένα βιβλίο αν σε βρει η μητέρα σου. Εν πάση περιπτώσει, αν γράψεις, δεν θα είναι για τον Ραντ. Και σε χρειάζομαι, Λόιαλ».

«Με χρειάζεσαι, Πέριν; Δεν καταλαβαίνω».

«Υπάρχουν Λευκομανδίτες στους Δύο Ποταμούς. Με κυνηγούν».

«Σε κυνηγούν; Μα γιατί;» Ο Λόιαλ φαινόταν εξίσου σαστισμένος με τη Φάιλε πριν. Η Φάιλε, από την άλλη μεριά, είχε πάρει μια αυτάρεσκη, αλαζονική έκφραση, που του προκαλούσε ανησυχία. Ο Πέριν, παρ' όλα αυτά, συνέχισε.

«Δεν έχουν σημασία οι λόγοι. Το ζήτημα είναι ότι με κυνηγούν. Μπορεί να βλάψουν ανθρώπους εκεί, την οικογένειά μου, ψάχνοντας για μένα. Και ξέροντας τους Λευκομανδίτες, γνωρίζω ότι αυτό θα κάνουν. Μπορώ να το προλάβω αν φτάσω εκεί γρήγορα, αλλά πρέπει να φτάσω γρήγορα. Το Φως μόνο ξέρει τι θα έχουν κάνει ήδη. Θέλω να με πας εκεί, Λόιαλ, από τις Οδούς. Μου είχες πει κάποτε ότι υπάρχει μια Πύλη εδώ και ξέρω ότι υπήρχε μια στη Μανέθερεν. Πρέπει να υπάρχει ακόμα, στα βουνά πάνω από το Πεδίο του Έμοντ. Τίποτε δεν μπορεί να καταστρέψει μια Πύλη, είπες. Σε χρειάζομαι, Λόιαλ».

«Μα φυσικά θα βοηθήσω», είπε ο Λόιαλ. «Οι Οδοί». Άφησε την ανάσα του να βγει δυνατά και τα αφτιά του κρέμασαν λιγάκι. «Θέλω να γράψω για περιπέτειες, όχι να τις ζήσω. Αλλά φαντάζομαι ότι άλλη μια φορά δεν πειράζει. Το Φως να δώσει», τελείωσε ευλαβικά.

Η Φάιλε ξερόβηξε ευγενικά. «Μήπως ξέχασες κάτι, Λόιαλ; Υποσχέθηκες ότι θα με πήγαινες στις Οδούς όποτε σου το ζητούσα και πριν πας εκεί οποιονδήποτε άλλο».

«Σου υποσχέθηκα να δεις μια Πύλη», είπε ο Λόιαλ, «και πώς είναι από μέσα. Αυτό μπορεί να γίνει όταν πάμε εκεί εγώ και ο Πέριν. Φαντάζομαι πως θα μπορούσες να έρθεις μαζί μας, αλλά κανείς δεν αποφασίζει ελαφρά τη καρδία να ταξιδέψει στις Οδούς, Φάιλε. Εγώ δεν θα πήγαινα, αν δεν είχε ανάγκη ο Πέριν».

«Η Φάιλε δεν θα έρθει», είπε σταθερά ο Πέριν. «Θα είμαστε μόνο εγώ κι εσύ, Λόιαλ».

Η Φάιλε δεν του έδωσε σημασία και σήκωσε το κεφάλι, χαμογελώντας προς τον Λόιαλ. «Μου υποσχέθηκες κάτι παραπάνω από μια ματιά, Λόιαλ. Είπες ότι θα με πας όπου θέλω, όποτε θέλω και πριν από οποιονδήποτε άλλο. Το ορκίστηκες».

«Έτσι έγινε», διαμαρτυρήθηκε ο Λόιαλ, «αλλά μόνο επειδή αρνήθηκες να πιστέψεις ότι θα σου έδειχνα. Είπες ότι δεν θα με πίστευες, αν δεν ορκιζόμουν. Θα κάνω αυτό που σου υποσχέθηκα, σίγουρα όμως δεν θέλεις να παραμερίσεις την ανάγκη του Πέριν».

«Ορκίστηκες», είπε γαλήνια η Φάιλε. «Ορκίστηκες στη μητέρα σου και στη μητέρα της μητέρας σου, καθώς και στη μητέρα της μητέρας της μητέρας σου».

«Ναι, ορκίστηκα, Φάιλε, όμως ο Πέριν —»

«Ορκίστηκες, Λόιαλ. Θες να μου πεις ότι θα πατήσεις τον όρκο σου;»

Ο Ογκιρανός ήταν η προσωποποίηση της δυστυχίας. Οι ώμοι του καμπούριασαν και τα αφτιά του κρέμασαν, οι γωνιές του μεγάλου στόματός του κύρτωσαν προς τα κάτω και οι άκρες των μακριών φρυδιών του έφτασαν ως τα μάγουλά του.

«Σε κορόιδεψε, Λόιαλ». Ο Πέριν αναρωτήθηκε αν οι άλλοι δύο άκουγαν το τρίξιμο των δοντιών του. «Σε κορόιδεψε εσκεμμένα».

Τα μάγουλα της Φάιλε κοκκίνισαν, όμως βρήκε το θράσος να μιλήσει. «Μόνο επειδή αναγκάστηκα, Λόιαλ. Μόνο επειδή ένας ανόητος πιστεύει ότι μπορεί να κουμαντάρει τη ζωή μου όπως τον βολεύει αυτόν. Ειδάλλως δεν θα το έκανα. Πρέπει να με πιστέψεις».

«Το ότι σε κορόιδεψε δεν παίζει ρόλο;» απαίτησε να μάθει ο Πέριν και ο Λόιαλ κούνησε θλιμμένα το ογκώδες κεφάλι του.

«Οι Ογκιρανοί κρατάνε το λόγο τους», είπε η Φάιλε. «Και ο Λόιαλ θα με πάει στους Δύο Ποταμούς. Ή στην Πύλη της Μανέθερεν τουλάχιστον. Έχω την επιθυμία να δω τους Δύο Ποταμούς».

Ο Λόιαλ όρθωσε το κορμί του. «Μα αυτό σημαίνει ότι τελικά θα μπορέσω να βοηθήσω τον Πέριν. Φάιλε, γιατί τα έμπλεξες έτσι; Ακόμα και ο Φάελαρ δεν θα το έβρισκε αστείο». Είχε μια χροιά θυμού η φωνή του· δεν ήταν εύκολο να θυμώσεις έναν Ογκιρανό.

«Αν το ζητήσει», είπε εκείνη αποφασισμένα. «Υπήρχε κι αυτός ο όρος, Λόιαλ. Κανένας έξω από εμάς τους δύο, εκτός αν ερχόταν κάποιος να το ζητήσει. Πρέπει να μου το ζητήσει».

«Όχι», της είπε ο Πέριν, ενώ ο Λόιαλ έκανε να ανοίξει το στόμα. «Όχι, δεν θα σου το ζητήσω. Θα πάω πρώτος στο Πεδίο του Έμοντ. Θα πάω περπατώντας! Παράτα λοιπόν αυτές τις χαζομάρες. Ακούς εκεί, να κοροϊδεύεις τον Λόιαλ. Να χώνεσαι εκεί που... που δεν σε θέλουν».