Η γαλήνη της πνίγηκε στο θυμό. «Κι όταν επιτέλους φτάσεις εκεί, ο Λόιαλ κι εγώ θα έχουμε ξεμπερδέψει με τους Λευκομανδίτες. Όλα θα έχουν τελειώσει. Ζήτα το, βλάκα σιδερά. Αρκεί να το ζητήσεις και θα έρθεις μαζί μας».
Ο Πέριν συγκρατήθηκε. Δεν υπήρχε τρόπος να την πείσει με επιχειρήματα για την άποψή του, αλλά δεν θα της το ζητούσε. Η Φάιλε είχε δίκιο —με το άλογό του θα ήθελε βδομάδες για να φτάσει στους Δύο Ποταμούς· εκείνοι, από τις Οδούς, θα έφταναν ίσως σε δύο μέρες― αλλά δεν επρόκειτο να της το ζητήσει. Πήγε να κοροϊδέψει τον Λόιαλ και να με εκβιάσει! «Τότε θα ταξιδέψω μόνος στις Οδούς για τη Μανέθερεν. Θα ακολουθήσω εσάς τους δύο. Αν κρατάω απόσταση πίσω σας τέτοια που να μην είμαι μέρος της ομάδας σας, τότε δεν θα καταπατώ τον όρκο του Λόιαλ. Δεν μπορείς να με εμποδίσεις να σας ακολουθήσω».
«Αυτό είναι επικίνδυνο, Πέριν», είπε ανήσυχα ο Λόιαλ. «Οι Οδοί είναι σκοτεινοί. Αν σου ξεφύγει μια στροφή, αν πάρεις κατά λάθος άλλη γέφυρα, τότε ίσως καταλήξεις να περιπλανιέσαι χαμένος για πάντα. Ή μέχρι να σε προφτάσει το Μάτσιν Σιν. Ζήτα της το, Πέριν. Είπε ότι έτσι θα σε αφήσει. Ζήτα το».
Η βαθιά φωνή του Ογκιρανού τρεμούλιασε όταν ανάφερε το όνομα Μάτσιν Σιν κι ένα ρίγος διέτρεξε και τη ράχη του Πέριν. Το Μάτσιν Σιν. Ο Μαύρος Άνεμος. Ακόμα και οι Άες Σεντάι δεν ήξεραν αν ήταν Σκιογέννημα ή κάτι που είχε αναπτυχθεί μέσα στον εκφυλισμό των Οδών. Το Μάτσιν Σιν ήταν ο λόγος που όποιος ταξίδευε στις Οδούς έβαζε σε κίνδυνο τη ζωή του· έτσι έλεγαν οι Άες Σεντάι. Ο Μαύρος Άνεμος έτρωγε ψυχές· ο Πέριν ήξερε ότι αυτό ήταν αλήθεια. Αλλά μίλησε με σταθερή φωνή και ανέκφραστο πρόσωπο. Που να καώ, δεν θα την αφήσω να νομίζει ότι φοβήθηκα. «Δεν μπορώ, Λόιαλ. Ή, μάλλον, δεν θα το κάνω».
Ο Λόιαλ έκανε μια γκριμάτσα. «Φάιλε, θα είναι επικίνδυνο για τον Πέριν αν προσπαθήσει να μας ακολουθήσει. Σε παρακαλώ, άλλαξε γνώμη και άφησέ τον —» Εκείνη τον διέκοψε απότομα.
«Όχι. Αν είναι τόσο ξεροκέφαλος ώστε να μην το ζητήσει, γιατί να τον αφήσω εγώ; Γιατί να με νοιάξει αν χάσει το δρόμο του;» Στράφηκε προς τον Πέριν. «Μπορείς να ταξιδεύεις κοντά μας. Όσο κοντά θέλεις, αρκεί να είναι φανερό ότι ακολουθείς. Θα τρέχεις ξοπίσω μου, σαν κουταβάκι, μέχρι να μου το ζητήσεις. Γιατί δεν το ζητάς;»
«Είστε πεισματάρηδες εσείς οι άνθρωποι», μουρμούρισε ο Ογκιρανός. «Βιαστικοί και πεισματάρηδες, ακόμα κι όταν η βιασύνη σάς ρίχνει στη σφηκοφωλιά».
«Θα ήθελα να φύγω σήμερα, Λόιαλ», είπε ο Πέριν χωρίς να κοιτάζει τη Φάιλε.
«Το καλύτερο είναι να πηγαίνουμε γρήγορα», συμφώνησε ο Λόιαλ, κοιτώντας με λύπη το βιβλίο στο τραπέζι. «Φαντάζομαι ότι θα μπορέσω τα τακτοποιήσω τις σημειώσεις μου όσο ταξιδεύουμε. Το Φως μόνο ξέρει τι θα χάσω, όντας μακριά από τον Ραντ».
«Με άκουσες, Πέριν;» είπε απαιτητικά η Φάιλε.
«Θα πάρω το άλογό μου και μερικές προμήθειες, Λόιαλ. Πριν μεσημεριάσει, θα είμαστε στο δρόμο».
«Που να καείς, Πέριν Αϋμπάρα, απάντησε μου!»
Ο Λόιαλ την κοίταξε ανήσυχα. «Πέριν, είσαι βέβαιος ότι δεν μπορείς να —»
«Όχι», τον διέκοψε μαλακά ο Πέριν. «Είναι ξεροκέφαλη και της αρέσουν τα παιχνίδια. Δεν θα χορεύω για τη διασκέδασή της». Αγνόησε τον ήχο που έβγαινε βαθιά από το λαιμό της Φάιλε, σαν γάτα που κοιτάζει ξένο σκυλί, έτοιμη να επιτεθεί. «Μόλις ετοιμαστώ, θα σου πω». Ξεκίνησε προς την πόρτα κι εκείνη φώναξε οργισμένη πίσω του.
«Το “πότε” είναι δική μου απόφαση, Πέριν Αϋμπάρα. Δική μου και του Λόιαλ. Μ' άκουσες; Κοίτα να είσαι έτοιμος σε δύο ώρες, αλλιώς θα σε αφήσουμε πίσω. Συνάντησέ μας στο στάβλο της Πύλης του Δρακοτείχους, αν είναι να έρθεις. Μ' άκουσες;»
Εκείνος την είδε με την άκρη του ματιού του να κινείται και έκλεισε πίσω του την πόρτα, τη στιγμή που κάτι έπεφτε πάνω της με ένα βαρύ γδούπο. Του φάνηκε πως ήταν βιβλίο. Ο Λόιαλ θα της τα έψελνε γι' αυτό. Καλύτερα να χτυπήσεις τον Λόιαλ στο κεφάλι, παρά να πειράξεις βιβλίο του.
Για μια στιγμή έγειρε πάνω στην πόρτα απελπισμένος. Είχε κάνει τόσα, είχε υπομείνει τόσα για να την κάνει να τον μισήσει και να που αυτή θα βρισκόταν εκεί, για να τον δει να πεθαίνει. Το μόνο καλό ήταν ότι έτσι ίσως να απολάμβανε το θέαμα του θανάτου του. Πεισματάρα, ξεροκέφαλη γυναίκα!
Όταν γύρισε για να φύγει, είδε έναν Αελίτη να πλησιάζει, έναν ψηλό, κοκκινομάλλη με πράσινα μάτια, που από την όψη θα μπορούσε να είναι ο μεγάλος ξάδελφος του Ραντ ή ένας νεαρός θείος του. Τον ήξερε αυτό τον άνθρωπο, τον Γκαούλ, και τον συμπαθούσε, επειδή ποτέ δεν είχε δείξει να προσέχει τα κίτρινα μάτια του. «Είθε να βρεις σκιά αυτό το πρωί, Πέριν. Η ματζίρε μου είπε ότι είχες έρθει κατά δω, αν και νομίζω ότι ανυπομονούσε να μου βάλει μια σκούπα στα χέρια. Ατίθαση σαν τις Σοφές μας αυτή η γυναίκα».