Выбрать главу

«Είθε να βρεις σκιά αυτό το πρωί, Γκαούλ. Όλες οι γυναίκες είναι ξεροκέφαλες, αν θες τη γνώμη μου».

«Μπορεί, αν δεν ξέρεις να τις φέρεις βόλτα. Άκουσα ότι θα ταξιδέψεις στους Δύο Ποταμούς».

«Φως μου!» μούγκρισε ο Πέριν, πριν ο άλλος προλάβει να συνεχίσει. «Όλη η Πέτρα το έμαθε;» Αν το ήξερε η Μουαραίν...

Ο Γκαούλ κούνησε το κεφάλι. «Ο Ραντ αλ'Θόρ με πήρε κατά μέρος για να μου μιλήσει και μου ζήτησε να μην το πω σε κανέναν. Νομίζω ότι μίλησε και με άλλους, αλλά δεν ξέρω πόσοι θα θέλουν να έρθουν μαζί σου. Είναι καιρός που είμαστε σ’ αυτή τη μεριά του Δρακοτείχους και πολλοί νοσταλγούν την Τρίπτυχη Γη».

«Να έρθουν μαζί μου;» Ο Πέριν σάστισε. Αν είχε Αελίτες μαζί του... Υπήρχαν πιθανότητες που πριν δεν είχε τολμήσει να τις σκεφτεί. «Σας ζήτησε ο Ραντ να έρθετε μαζί μου; Στους Δύο Ποταμούς;»

Ο Γκαούλ κούνησε πάλι το κεφάλι. «Είπε μόνο ότι θα πας και ότι υπάρχουν άνθρωπου που θα ήθελαν να σε σκοτώσουν. Εγώ όμως θέλω να σε συνοδεύσω, αν το επιθυμείς».

«Αν το επιθυμώ;» Ο Πέριν παραλίγο να γελάσει. «Το επιθυμώ. Σε λίγες ώρες θα είμαστε στις Οδούς».

«Στις Οδούς;» Η έκφραση του Γκαούλ δεν άλλαξε, όμως τα μάτια του πετάρισαν.

«Αλλάζει τίποτα αυτό;»

«Ο θάνατος έρχεται σε όλους τους ανθρώπους, Πέριν». Αυτή δεν ήταν μια απάντηση που ενέπνεε σιγουριά.

«Δεν μπορώ να πιστέψω ότι ο Ραντ είναι τόσο άσπλαχνος», είπε η Εγκουέν. «Τουλάχιστον δεν προσπάθησε να σε εμποδίσει», πρόσθεσε η Νυνάβε. Κάθονταν στο κρεβάτι της Νυνάβε και μοίραζαν το χρυσάφι που τους είχε φέρει η Μουαραίν. Τέσσερα χοντρά πουγκιά η καθεμιά, που θα τα μετέφεραν σε τσέπες ραμμένες κάτω από τα φουστάνια της Ηλαίην και της Νυνάβε, καθώς και άλλο ένα η καθεμιά, όχι τόσο μεγάλο ώστε να τραβά την προσοχή, που θα το είχαν στη ζώνη τους. Η Εγκουέν είχε πάρει το μικρότερο ποσό, αφού στην Ερημιά δεν θα είχε τόση ανάγκη το χρυσάφι.

Η Ηλαίην κοίταξε συνοφρυωμένη τα δύο δεματάκια και το δερμάτινο σακούλι που ήταν ακουμπισμένα πλάι στην πόρτα. Εκεί ήταν όλα της τα ρούχα, καθώς και άλλα πράγματα. Ένα μαχαίρι στη θήκη του και πιρούνι, βούρτσα μαλλιών και χτένα, βελόνες, καρφίτσες, κλωστή, δαχτυλήθρα, ψαλίδι. Ένα κουτί με ίσκα και τσακμακόπετρα, δεύτερο μαχαίρι, μικρότερο από το άλλο, στη ζώνη της. Σαπούνι, σκόνη μπάνιου και... Θα ήταν γελοίο να ανατρέξει πάλι στον κατάλογο. Ήταν έτοιμη να φύγει. Τίποτα δεν την κρατούσε.

«Όχι, δεν είναι». Η Ηλαίην ένιωσε περήφανη που η φωνή της έδειχνε τόση αταραξία και αυτοσυγκέντρωση. Φάνηκε ανακουφισμένος! Ανακουφισμένος! Κι αναγκάστηκα να του δώσω το γράμμα, να τον ανοίξω την καρδιά μου, σαν χαζή. Τουλάχιστον θα το ανοίξει μόνο μετά την αναχώρηση μου. Τινάχτηκε όταν ένιωσε τη Νυνάβε να της αγγίζει το μπράτσο.

«Ήθελες να σου ζητήσει να μείνεις; Ξέρεις τι απάντηση θα του έδινες τότε. Το ξέρεις, έτσι δεν είναι;»

Η Ηλαίην έσφιξε τα χείλη. «Φυσικά και το ξέρω. Μα δεν ήταν ανάγκη να φαίνεται κι ευχαριστημένος από πάνω». Η φράση της ξέφυγε, δεν σκόπευε να την πει.

Η Νυνάβε την κοίταξε με κατανόηση. «Οι άντρες είναι δύσκολοι, ακόμα και στην καλύτερη περίπτωση».

«Ακόμα δεν πιστεύω ότι θα ήταν τόσο... τόσο...» άρχισε να λέει η Εγκουέν θυμωμένη. Η Ηλαίην δεν έμαθε τι σκόπευε να πει, επειδή εκείνη τη στιγμή η πόρτα άνοιξε διάπλατα τόσο δυνατά, που αναπήδησε στον τοίχο.

Η Ηλαίην αγκάλιασε το σαϊντάρ πριν ακόμα σταματήσει η σύσπαση του προσώπου της και ύστερα ένιωσε για μια στιγμή αμήχανη, όταν το πορτόφυλλο, μετά το αναπήδημα, χτύπησε το απλωμένο χέρι του Λαν. Μια στιγμή αργότερα αποφάσισε να κρατήσει λίγο ακόμα την Πηγή. Ο Πρόμαχος γέμιζε όλη την πόρτα με τους τεράστιους ώμους του, με πρόσωπο που θύμιζε καταιγίδα· αν τα γαλάζια μάτια του μπορούσαν στ' αλήθεια να πετάξουν τους κεραυνούς, όπως απειλούσαν να κάνουν, θα είχαν κάψει τη Νυνάβε. Η λάμψη του σαϊντάρ περιέβαλλε και την Εγκουέν επίσης, χωρίς να σβήσει.

Ο Λαν δεν φαινόταν να βλέπει καμία άλλη εκτός από τη Νυνάβε. «Με άφησες να πιστεύω ότι θα γυρνούσες στην Ταρ Βάλον», είπε βραχνά.

«Μπορεί εσύ να το πίστεψες», είπε αυτή γαλήνια, «αλλά εγώ ποτέ δεν το είπα».

«Ποτέ δεν το είπες; Ποτέ δεν το είπες! Είπες ότι θα έφευγες σήμερα και πάντα συσχέτιζες την αναχώρησή σου με εκείνες τις Σκοτεινόφιλες, που στέλνονται στην Ταρ Βάλον. Πάντα! Τι ήθελες να σκεφτώ;»

«Μα ποτέ δεν είπα —»

«Μα το Φως, γυναίκα!» βρυχήθηκε αυτός. «Μην παίζεις με τις λέξεις μαζί μου!»

Η Ηλαίην αντάλλαξε μια ανήσυχη ματιά με την Εγκουέν. Αυτός ο άνθρωπος είχε σιδερένιο αυτοέλεγχο, αλλά τώρα είχε φτάσει στο σημείο θραύσης. Η Νυνάβε συχνά άφηνε τα αισθήματά της να μαίνονται, όμως τώρα τον αντιμετώπιζε ψύχραιμα, με το κεφάλι ψηλά, το βλέμμα γαλήνιο και τα χέρια ακίνητα πάνω στην πράσινη, μεταξωτή φούστα της.