Ο Λαν πάλεψε και ξαναβρήκε την αυτοκυριαρχία του. Τώρα το πρόσωπό του έμοιαζε να είναι πάλι σμιλεμένο σε πέτρα, έδειχνε κύριος του εαυτού του ― και η Ηλαίην ήταν σίγουρη ότι όλα αυτά βρίσκονταν στην επιφάνεια. «Δεν θα μάθαινα πού πας, αν δεν είχα ακούσει ότι ζήτησες άμαξα για να σε πάει σε ένα πλοίο που ξεκινά για το Τάντσικο. Δεν ξέρω γιατί η Άμερλιν σας επέτρεψε να φύγετε από τον Πύργο, γιατί η Μουαραίν σας ανέμιξε στην ανάκριση των Μαύρων αδελφών, αλλά είστε Αποδεχθείσες. Αποδεχθείσες, όχι Άες Σεντάι. Το Τάντσικο τώρα δεν είναι μέρος για καμία σας, παρά μόνο αν ήσασταν κανονικές Άες Σεντάι, με έναν Πρόμαχο να σας φυλά τα νώτα. Δεν θα σε αφήσω να μπλεχτείς εκεί!»
«Έτσι λοιπόν», είπε ανάλαφρα η Νυνάβε. «Αμφισβητείς τις αποφάσεις της Μουαραίν κι επίσης της Έδρας της Άμερλιν. Ίσως παρεξήγησα τους Προμάχους. Νόμιζα πως ορκίζεστε ότι, μεταξύ άλλων, θα αποδέχεστε και θα υπακούτε. Λαν, καταλαβαίνω την έγνοια σου και είμαι ευγνώμων —κάτι παραπάνω από ευγνώμων — όμως όλοι έχουμε δουλειές να κάνουμε. Εμείς θα φύγουμε· εσύ πρέπει να αποδεχθείς αυτό το γεγονός».
«Γιατί; Για το όνομα του Φωτός, πες μου τουλάχιστον γιατί! Στο Τάντσικο!»
«Αν δεν σου είπε η Μουαραίν», είπε μαλακά η Νυνάβε, «ίσως έχει τους λόγους της. Πρέπει να κάνουμε τις δουλειές μας, όπως κι εσύ πρέπει να κάνεις τις δικές σου».
Ο Λαν φάνηκε να τρέμει —πραγματικά να τρέμει!― και έσφιξε το σαγόνι του θυμωμένα. Όταν μίλησε, για έναν παράξενο λόγο ήταν διστακτικός. «Θα χρειαστείς κάποιον να σε βοηθήσει στο Τάντσικο. Κάποιον να προλάβει έναν κλέφτη Ταραμπονέζο στο δρόμο, πριν σου καρφώσει το μαχαίρι στο πλευρό για να σου πάρει το πουγκί. Το Τάντσικο ήταν τέτοιου είδους πόλη πριν ακόμα αρχίσει ο πόλεμος και απ' ό,τι ακούω, τώρα έχει χειροτερέψει. Θα μπορούσα... θα μπορούσα να σε προστατεύσω, Νυνάβε».
Τα φρύδια της Ηλαίην υψώθηκαν απότομα. Δεν μπορεί να πρότεινε... Δεν υπήρχε περίπτωση.
Η Νυνάβε δεν έδειξε με κανέναν τρόπο ότι ο Λαν είχε πει κάτι που ξέφευγε από τα συνηθισμένα. «Η θέση σου είναι πλάι στη Μουαραίν».
«Στη Μουαραίν». Το σκληρό πρόσωπο του Προμάχου είχε γεμίσει στάλες ιδρώτα· πάλεψε με τις λέξεις. «Μπορώ... πρέπει... Νυνάβε, εγώ... εγώ...»
«Θα μείνεις με τη Μουαραίν», είπε κοφτά η Νυνάβε, «μέχρι να σε απελευθερώσει από το δεσμό σου. Θα κάνεις ό,τι σου λέω». Έβγαλε ένα προσεκτικά διπλωμένο χαρτί από το θύλακό της και του το έχωσε στα χέρια. Εκείνος συνοφρυώθηκε, το διάβασε, έπαιξε τα μάτια και το ξαναδιάβασε.
Η Ηλαίην ήξερε τι έγραφε.
Αυτό που κάνει η κομίζουσα, το κάνει κατόπιν εντολής μου και με δίκη μου εξουσία. Υπάκουσε και σιώπησε, κατά διαταγή μου.
Ένα παρόμοιο χαρτί ήταν στο θύλακο της Εγκουέν, αν και δεν ήξεραν σε τι θα τις βοηθούσε εκεί που πήγαιναν.
«Μα αυτό σου επιτρέπει να κάνεις ό,τι θελήσεις», διαμαρτυρήθηκε ο Λαν. «Μπορείς να μιλάς εν ονόματι της Άμερλιν. Γιατί το έδωσε σε μια Αποδεχθείσα;»
«Μην κάνεις ερωτήσεις που δεν μπορώ να απαντήσω», είπε η Νυνάβε. «Να ξέρεις μόνο ότι είσαι τυχερός που δεν σε αναγκάζω να χορέψεις», πρόσθεσε έτοιμη να χαμογελάσει.
Η Ηλαίην κατάπιε και το δικό της χαμόγελο. Από την Εγκουέν ακούστηκε ένας πνιχτός ήχος γέλιου. Αυτό είχε πει η Νυνάβε όταν η Άμερλιν τους είχε πρωτοδώσει τις επιστολές. Μ' αυτό θα μπορούσα να βάλω έναν Πρόμαχο να χορέψει. Δεν είχαν την παραμικρή αμφιβολία ποιον Πρόμαχο εννοούσε.
«Έτσι, ε; Εύκολα με ξεφορτώνεσαι. Ο δεσμός μου και οι όρκοι μου. Αυτό το γράμμα». Μια επικίνδυνη λάμψη είχε φανεί στα μάτια του Λαν και η Νυνάβε δεν φαινόταν να την έχει προσέξει, καθώς έπαιρνε το γράμμα και το έχωνε ξανά στο θύλακο στη ζώνη της.
«Έχεις μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου, αλ'Λάν Μαντράγκοραν. Θα κάνουμε αυτό που πρέπει, όπως κι εσύ».
«Μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου, Νυνάβε αλ'Μεάρα; Εγώ έχω μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου;» Ο Λαν κινήθηκε τόσο γρήγορα προς τη Νυνάβε, που η Ηλαίην παραλίγο να τον τυλίξει σε ροές Αέρα πριν το σκεφτεί. Τη μια στιγμή η Νυνάβε στεκόταν εκεί, μόλις προλαβαίνοντας να κοιτάξει χάσκοντας τον ψηλό άντρα που χιμούσε πάνω της· την άλλη στιγμή τα παπούτσια της αιωρούνταν πάνω από το πάτωμα, καθώς εκείνος την είχε σηκώσει και τη φιλούσε φλογερά. Στην αρχή τον κλώτσησε στα καλάμια, τον σφυροκόπησε με τις γροθιές της και άφησε έξαλλους, οργισμένους ήχους διαμαρτυρίας. Μετά, όμως, το κλωτσοκόπημά της βράδυνε και έπαψε, και του κρατούσε τους ώμους και δεν διαμαρτυρόταν καθόλου.