Выбрать главу

Η Εγκουέν χαμήλωσε το βλέμμα από αμηχανία, αλλά η Ηλαίην έμεινε να παρατηρεί με ενδιαφέρον. Έτσι έδειχνε κι αυτή, όταν ο Ραντ... Όχι! Δεν πρόκειται να τον σκεφτώ. Αναρωτήθηκε αν είχε χρόνο να του γράψει άλλο ένα γράμμα, με το οποίο θα έπαιρνε πίσω ό,τι έλεγε στο πρώτο και θα τον πληροφορούσε ότι δεν μπορούσε να παίζει μαζί της. Αλλά ήθελε να τα πει αυτά;

Ύστερα από λίγο, ο Λαν άφησε τη Νυνάβε. Εκείνη ταλαντεύτηκε λιγάκι καθώς ίσιωνε το φόρεμά της και έσιαζε τα μαλλιά της με φούρια. «Δεν έχεις δικαίωμα...» άρχισε να του λέει ξέπνοα και ύστερα σταμάτησε για να ξεροκαταπιεί. «Δεν ανέχομαι να με τσουβαλιάζουν έτσι και να με βλέπει όλος ο κόσμος. Δεν το ανέχομαι!»

«Όχι όλος ο κόσμος», αποκρίθηκε ο Λαν. «Αλλά αφού είδαν, ας ακούσουν τώρα. Έχεις φτιάξει ένα μέρος στην καρδιά μου, εκεί που νόμιζα ότι δεν χωρά τίποτα άλλο. Έκανες λουλούδια να φυτρώσουν εκεί που καλλιεργούσα σκόνη και πέτρες. Αυτό να το θυμάσαι στο ταξίδι που επιμένεις να κάνεις. Αν πεθάνεις, δεν θα ζήσω πολύ μετά». Χάρισε στη Νυνάβε ένα από τα σπάνια χαμόγελά του. Μπορεί να μη μαλάκωνε το πρόσωπό του, αλλά το έκανε λιγότερο σκληρό. «Και επίσης μην ξεχνάς ότι δεν με προστάζουν πάντα τόσο εύκολα, ακόμα και με γράμματα από την Άμερλιν». Υποκλίθηκε κομψά· για μια στιγμή η Ηλαίην πίστεψε ότι θα γονάτιζε για να φιλήσει το δαχτυλίδι του Μεγάλου Ερπετού της Νυνάβε. «Όπως προστάζεις», μουρμούρισε ο Λαν, «έτσι θα υπακούσω». Δεν μπορούσε να πει αν ο Λαν το εννοούσε χλευαστικά ή όχι.

Μόλις έκλεισε η πόρτα πίσω του, η Νυνάβε σωριάστηκε στο κρεβάτι, σαν να είχαν λυγίσει επιτέλους τα γόνατά της. Έμεινε να ατενίζει το πάτωμα συνοφρυωμένη, μ' ένα στοχαστικό βλέμμα.

«“Και το πιο δειλό σκυλί αν κεντρίζεις συχνά”», παρέθεσε η Ηλαίην, «“κάποτε θα σε δαγκώσει”. Όχι ότι ο Λαν είναι δειλός». Η Νυνάβε της έριξε μια άγρια ματιά και κλαψούρισε.

«Είναι ανυπόφορος», είπε η Εγκουέν, «μερικές φορές. Νυνάβε, γιατί το έκανες αυτό; Ήταν έτοιμος να έρθει μαζί σου. Ξέρω ότι αυτό που θέλεις πάνω απ' όλα είναι να τον απελευθερώσεις από τη Μουαραίν. Μην το αρνηθείς».

Η Νυνάβε δεν το αρνήθηκε. Αντίθετα, άρχισε να καταγίνεται με τα φορέματά της και να ισιώνει το κάλυμμα του κρεβατιού. «Όχι μ' αυτό τον τρόπο», είπε τελικά. «Θέλω να γίνει δικός μου. Ολόκληρος. Δεν θέλω να θυμάται συνεχώς ότι πάτησε τον όρκο του στη Μουαραίν. Δεν θέλω να μπει αυτό ανάμεσά μας. Τόσο γι' αυτόν, όσο και για μένα».

«Μα θα είναι διαφορετικό αν τον κάνεις να ζητήσει από τη Μουαραίν να τον απαλλάξει από το δεσμό του;» ρώτησε η Εγκουέν. «Ο Λαν είναι από τους ανθρώπους που δεν θα έβλεπαν διαφορά ανάμεσα στα δύο. Το μόνο που μένει είναι να την κάνουμε με κάποιον τρόπο να τον απελευθερώσει με δική της πρωτοβουλία. Πώς μπορείς να το καταφέρεις αυτό;»

«Δεν ξέρω». Η Νυνάβε μίλησε με πιο σταθερή φωνή. «Όμως αυτό που πρέπει να γίνει, μπορεί να γίνει. Πάντα βρίσκεται τρόπος. Αυτό δεν είναι του παρόντος. Έχουμε να κάνουμε δουλειά και σκάμε για τους άντρες. Εγκουέν, είσαι σίγουρη ότι έχεις πάρει ό,τι θα χρειαστείς στην Ερημιά;»

«Η Αβιέντα τα ετοιμάζει όλα», είπε η Εγκουέν. «Μπορεί ακόμα να μη δείχνει χαρούμενη, αλλά λέει ότι μπορούμε να φτάσουμε στο Ρουίντιαν σε ένα μήνα, αν είμαστε τυχερές. Εσείς, στο μεταξύ, θα έχετε φτάσει στο Τάντσικο».

«Ίσως και νωρίτερα», της είπε η Ηλαίην, «αν είναι αλήθεια όσα λένε για τους Θαλασσινούς. Θα προσέχεις, Εγκουέν; Ακόμα και με την Αβιέντα για οδηγό, η Ερημιά δεν είναι ασφαλής».

«Θα προσέχω. Να προσέχετε κι εσείς. Το Τάντσικο αυτή τη στιγμή δεν είναι πιο ασφαλές από την Ερημιά».

Ξαφνικά βρέθηκαν αγκαλιασμένες κι οι τρεις, να λένε και να ξαναλένε η μια στην άλλη να προσέχει, να επαναλαμβάνουν για σιγουριά το χρονοδιάγραμμα για τη συνάντηση στην Πέτρα του Τελ'αράν'ριοντ.

Η Ηλαίην σκούπισε τα δάκρυα από τα μάγουλά της. «Καλύτερα που έφυγε ο Λαν». Γέλασε μ' ένα ρίγος. «Θα μας περνούσε για ανόητες».

«Όχι, κάθε άλλο», είπε η Νυνάβε σηκώνοντας ψηλά τη φούστα της για να βάλει στην τσέπη ένα πουγκί γεμάτο χρυσάφι. «Μπορεί να είναι άντρας, αλλά δεν είναι εντελώς βλάκας».

Η Ηλαίην σκέφτηκε ότι σίγουρα προλάβαινε να βρει χαρτί και πένα μέχρι να φτάσει στην άμαξα. Θα έβρισκε το χρόνο. Η Νυνάβε είχε δίκιο. Οι άντρες χρειάζονται αυστηρότητα. Ο Ραντ θα μάθαινε ότι δεν μπορούσε να της ξεφύγει τόσο εύκολα. Και δεν θα ξαναποκτούσε εύκολα την εύνοιά της, ο άθλιος.

17

Απάτες

Προσέχοντας να μη ρίχνει το βάρος στο δύσκαμπτο, δεξί πόδι του, ο Θομ υποκλίθηκε, ανεμίζοντας επιδεικτικά το μανδύα του βάρδου, με έναν τρόπο που έκανε τα πολύχρωμα μπαλώματα να τρεμοπαίξουν. Ένιωθε τα μάτια του βαριά, όμως πίεσε τον εαυτό του να μιλήσει ανάλαφρα. «Καλή σας ημέρα». Ορθώθηκε και χάιδεψε με μια μεγαλοπρεπή κίνηση το μακρύ, λευκό μουστάκι του.