Выбрать главу

Οι υπηρέτες με τις χρυσόμαυρες φορεσιές ξαφνιάστηκαν. Τα δύο χεροδύναμα παλικάρια, που ήταν έτοιμα να σηκώσουν ένα κόκκινο, λακαρισμένο σεντούκι με χρυσά στολίσματα και διαλυμένο καπάκι, το παράτησαν και σηκώθηκαν, ενώ οι τρεις γυναίκες πάγωσαν με τις σφουγγαρίστρες προτεταμένες. Δεν υπήρχε άλλος στο διάδρομο εκτός απ' αυτούς και κάθε δικαιολογία ήταν καλή για λίγη ανάπαυλα από τη δουλειά, ειδικά τέτοια ώρα. Έδειχναν κατάκοποι, όπως ένιωθε κι ο Θομ μέσα του, με καμπουριασμένους ώμους και μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια.

«Καλημέρα και σε σένα, βάρδε», είπε η μεγαλύτερη γυναίκα. Ήταν κάπως παχουλή και όχι ιδιαίτερα εμφανίσιμη, αλλά είχε ωραίο χαμόγελο, παρά την κούραση της. «Μπορούμε να σε βοηθήσουμε;»

Ο Θομ έβγαλε τέσσερα χρωματιστά μπαλάκια από το φαρδύ μανίκι του σακακιού του κι άρχισε να τα πετά και να τα πιάνει στον αέρα.

«Προσπαθώ να τονώσω λίγο τα πνεύματα. Ο βάρδος πρέπει να κάνει ό,τι μπορεί». Θα έβγαζε παραπάνω από τέσσερα, αλλά ήταν τόσο εξαντλημένος που ακόμα κι αυτά έπρεπε να αυτοσυγκεντρωθεί για να τα παίξει. Πριν από πόση ώρα του είχε σχεδόν πέσει εκείνη η πέμπτη μπάλα; Δύο ώρες; Έπνιξε το χασμουρητό του και το έκανε καθησυχαστικό χαμόγελο. «Τρομερή νύχτα και τα πνεύματα θέλουν τόνωση».

«Ο Άρχοντας Δράκοντας μας έσωσε όλους», είπε μια από τις μικρότερες γυναίκες. Ήταν ομορφούλα και λυγερή, όμως είχε μια αρπακτική λάμψη στα σκιασμένα, μαύρα μάτια της, που τον προειδοποίησε να συγκρατήσει το χαμόγελό του. Φυσικά, θα μπορούσε να του φανεί χρήσιμη αν ήταν και άπληστη και έντιμη, δηλαδή αν, όταν την πλήρωνες, θυμόταν ότι την είχες εξαγοράσει. Του ήταν πάντα χρήσιμο να βρίσκει καινούρια χέρια για να παραδώσουν ένα σημείωμα, μια γλώσσα που θα του έλεγε τι άκουγε και θα μετέφερε τα δικά του λόγια εκεί που ήθελε, όταν το ήθελε. Γερο-βλάκα! Έχεις μπόλικα χέρια κι αφτιά, πάψε λοιπόν να σκέφτεσαι τον ωραίο κόρφο της και θυμήσου το βλέμμα της! Το ενδιαφέρον ήταν ότι φαινόταν ειλικρινής σ' αυτό που είχε πει και ένας νεαρός ένευσε, συμφωνώντας με τα λόγια της.

«Ναι», είπε ο Θομ. «Αναρωτιέμαι, ποιος Υψηλός Άρχοντας ήταν υπεύθυνος για τις αποβάθρες χθες;» Εκνευρίστηκε τόσο με τον εαυτό του, που παραλίγο να του πέσουν τα μπαλάκια. Πώς το είχε ξεφουρνίσει έτσι; Ήταν εξαντλημένος· έπρεπε να ήταν στο κρεβατάκι του. Έπρεπε να είχε πάει εκεί πριν από ώρες.

«Οι αποβάθρες είναι ευθύνη των Υπερασπιστών», του είπε η μεγάλη. «Πού να το ξέρεις όμως εσύ. Οι Υψηλοί Άρχοντες δεν ασχολούνται μ' αυτά».

Ο Θομ το ήξερε πολύ καλά. «Έτσι, ε; Δεν είμαι Δακρινός, βέβαια». Εκεί που πετούσε τα μπαλάκια σε απλό κύκλο, τώρα άρχισε να κάνει ένα διπλό βρόχο· φαινόταν πιο δύσκολο απ' όσο ήταν στην πραγματικότητα και η κοπέλα με το αρπακτικό βλέμμα χειροκρότησε. Τώρα που είχε αρχίσει, θα συνέχιζε και μετά θα γυρνούσε να κοιμηθεί όση νύχτα έμενε ακόμα. Νύχτα; Ο ήλιος ήδη έβγαινε. «Πάντως είναι κρίμα που κανένας δεν ρώτησε γιατί ήταν στις αποβάθρες αυτές οι φορτηγίδες, με τις καταπακτές κλεισμένες, ώστε να κρύβουν όλους εκείνους τους Τρόλοκ. Δεν λέω, βέβαια, ότι κάποιος ήξερε ότι ήταν εκεί οι Τρόλοκ». Ο διπλός βρόχος ταλαντεύτηκε και ο Θομ γρήγορα συνέχισε με τον απλό κύκλο. «Θα έλεγε κανείς ότι οι Υψηλοί Άρχοντες θα ρωτούσαν γι' αυτό».

Οι δύο νεαροί κοιτάχτηκαν σκεφτικοί και ο Θομ χαμογέλασε στον εαυτό του. Είχε φυτέψει άλλον ένα σπόρο πολύ εύκολα, αν και αδέξια. Άλλη μια φήμη που είχε ξεκινήσει, είτε ήξεραν σίγουρα ποιος ήταν υπεύθυνος για τις αποβάθρες, είτε όχι. Και οι φήμες εξαπλώνονταν —τέτοια φήμη δεν θα σταματούσε πριν φτάσει στην πόλη― οπότε θα υποδαυλιζόταν άλλη μια φορά η καχυποψία ανάμεσα στους κοινούς θνητούς και στους ευγενείς. Σε ποιον θα στρέφονταν οι κοινοί θνητοί, αν όχι στον άνθρωπο που ήξεραν ότι οι ευγενείς μισούσαν; Στον άνθρωπο που είχε σώσει την Πέτρα από τους Σκιογέννητους; Στον Ραντ αλ'Θόρ. Τον Αναγεννημένο Δράκοντα.

Ήταν ώρα να αφήσει αυτό που είχε σπείρει εδώ. Αν είχε βγάλει ρίζες, τώρα ο Θομ δεν θα μπορούσε να τις ξεριζώσει και είχε σκορπίσει κι άλλους σπόρους απόψε. Αλλά δεν θα ήταν ευχάριστο, αν ανακάλυπτε κανείς ότι αυτός ήταν ο σπορέας. «Πολέμησαν γενναία χθες το βράδυ οι Υψηλοί Άρχοντες. Είδα με τα ίδια μου τα μάτια...» Η φωνή του ξεψύχησε, καθώς οι γυναίκες ξανάπιαναν το σφουγγάρισμα και οι άντρες άρπαζαν το σεντούκι για να το κουβαλήσουν.

«Μπορώ να βρω δουλειά και για βάρδους», είπε η φωνή της ματζίρε πίσω του. «Τα άεργα χέρια είναι όλα ίδια».

Αυτός γύρισε με μια κομψή κίνηση, παρά το πόδι του, και της χάρισε μια βαθιά υπόκλιση. Η κορυφή του κεφαλιού της δεν έφτανε τον ώμο του, όμως μάλλον ήταν μιάμιση φορά πιο βαριά από τον ίδιο. Είχε πρόσωπο σαν αμόνι, που δεν το βελτίωνε ο επίδεσμος γύρω από τους κροτάφους της, ένα επιπλέον πηγούνι και μάτια βαθιά στις κόγχες τους, σαν ψήγματα από μαύρο πυρόλιθο. «Καλημέρα και σε σένα, ευγενική αρχόντισσά μου. Ένα μικρό δείγμα αυτής της καινούριας, αναζωογονημένης μέρας».