Έκανε μια γοργή, επιδεικτική χειρονομία και της πέρασε ένα χρυσοκίτρινο μπουμπούκι ηλιοτρόπιου —που δεν είχε τσαλακωθεί πολύ στο μανίκι του― στα γκρίζα μαλλιά, πάνω από τον επίδεσμο. Εκείνη το άρπαξε αμέσως, φυσικά, και το κοίταξε καχύποπτα, αλλά αυτό ακριβώς ήθελε ο Θομ. Τη στιγμή του δισταγμού της, αυτός είχε κάνει τρία χωλά βήματα κι όταν αυτή του φώναξε κάτι από πίσω, ούτε την άκουσε, ούτε βράδυνε το βήμα.
Φρικτή γυναίκα, σκέφτηκε. Αν την είχαμε αμολήσει στους Τρόλοκ, θα τους είχε βάλει όλους να σκουπίζουν και να σφουγγαρίζουν.
Χασμουρήθηκε, κρύβοντας το στόμα με το χέρι του, ενώ τα σαγόνια του έτριζαν. Ήταν πολύ γέρος για τέτοιες δουλειές. Ήταν κουρασμένος και το γόνατό του τον πονούσε. Νύχτες δίχως ύπνο, με μάχες, με σχέδια. Πολύ γέρος. Θα έπρεπε να ζει σε καμιά φάρμα. Με κοτούλες. Οι φάρμες πάντα είχαν κοτούλες. Και πρόβατα. Δεν θα ήταν δύσκολο να τα προσέχει· οι βοσκοί έμοιαζαν να είναι όλη την ώρα ξαπλωμένοι, παίζοντας τον αυλό τους. Αυτός φυσικά ήξερε να παίζει άρπα, όχι αυλό. Ή θα έπαιζε το φλάουτό του· ο καιρός χαλούσε τις άρπες. Και θα υπήρχε μια πόλη κει κοντά, με ένα πανδοχείο, όπου θα έκανε τα καταπληκτικά κόλπα του στους θαμώνες στην κοινή αίθουσα. Ανέμισε το μανδύα του καθώς περνούσε δίπλα από δύο υπηρέτες. Ο μόνος λόγος που τη φορούσε μ' αυτή τη ζέστη ήταν για να καταλαβαίνουν οι άλλοι ότι ήταν βάρδος. Ζωντάνευαν βλέποντάς τον, ελπίζοντας ότι θα τους ψυχαγωγούσε για λίγο. Ήταν άκρως ικανοποιητικό. Ναι, η φάρμα είχε τα καλά της. Ήσυχο μέρος. Χωρίς ανθρώπους να τον ενοχλούν. Αρκεί να υπήρχε μια πόλη κοντά.
Άνοιξε την πόρτα του δωματίου του και μαρμάρωσε εκεί που στεκόταν. Η Μουαραίν ανασηκώθηκε από το σκαμνί, σαν να είχε κάθε δικαίωμα να ψάχνει τα χαρτιά που ήταν σκορπισμένα στο δωμάτιο του, και έσιαξε γαλήνια τα φουστάνια της. Να, αυτή ήταν ωραία γυναίκα, όλο χάρη, όπως θα την ήθελε ένας άντρας, κι από πάνω γελούσε με τα αστειάκια του. Βλάκα! Γερο-βλάκα! Αυτή είναι Άες Σεντάι κι εσύ τόσο κουρασμένος, που δεν μπορείς να σκεφτείς καθαρά.
«Καλημέρα και σε σένα, Μουαραίν Σεντάι», είπε κρεμώντας το μανδύα του σ' ένα κρεμαστάρι. Πρόσεξε να μην κοιτάξει το κιβώτιο γραφής, που ήταν ακόμα εκεί που το είχε αφήσει, κάτω από το τραπέζι. Δεν υπήρχε λόγος να της δείξει ότι ήταν σημαντικό. Και μάλλον δεν υπήρχε λόγος να το ελέγξει μετά, όταν θα έφευγε η Μουαραίν· θα μπορούσε να έχει ανοίξει και ξανακλείσει την κλειδαριά διαβιβάζοντας, κάτι που αυτός δεν θα καταλάβαινε. Παρ’ όλο που ήταν κατάκοπος, δεν μπορούσε να θυμηθεί αν είχε αφήσει ποτέ τίποτα ενοχοποιητικό στο κιβώτιο. Ή οπουδήποτε αλλού. Όσα έβλεπε στο δωμάτιο ήταν στην κανονική θέση τους. Σίγουρα δεν θα ήταν τόσο ανόητος ώστε να αφήσει κάτι έξω. Οι πόρτες στα καταλύματα των υπηρετών δεν είχαν ούτε κλειδαριές, ούτε συρτές. «Θα σου πρόσφερα ένα δροσιστικό ποτό, αλλά φοβάμαι ότι μόνο νερό έχω».
«Δεν διψάω», είπε αυτή με μια ευχάριστη, μελωδική φωνή. Έγειρε μπροστά ― το δωμάτιο ήταν τόσο μικρό, που έφτανε για να ακουμπήσει το δεξί του γόνατο. Ένα ρίγος τον διέτρεξε. «Μακάρι να ήταν εκεί κοντά μια καλή Θεραπεύτρια όταν συνέβη αυτό. Φοβάμαι πως τώρα είναι πολύ αργά».
«Και δέκα Θεραπεύτριες να ήταν, δεν θα έφταναν», της είπε. «Το έκανε ένας Ημιάνθρωπος».
«Το ξέρω».
Τι άλλο ξέρει; αναρωτήθηκε αυτός. Γύρισε για να τραβήξει τη μοναδική καρέκλα του δωματίου πίσω από το τραπέζι και έπνιξε τη βλαστήμια που θα ξεστόμιζε. Ένιωθε σαν να είχε κοιμηθεί ήσυχα όλη τη νύχτα κι ο πόνος να είχε χαθεί από το γόνατό του. Το χωλό βήμα παρέμενε, αλλά η άρθρωση ήταν πιο λυγερή από κάθε άλλη φορά μετά τον τραυματισμό του. Ούτε που με ρώτησε αν το θέλω. Που να καώ, τι γυρεύει; Αρνήθηκε να λυγίσει το πόδι του. Αν δεν τον ρωτούσε, ούτε αυτός θα παραδεχόταν ότι είχε καταλάβει το δώρο της.
«Ενδιαφέρουσα μέρα η χθεσινή», είπε η Μουαραίν ενώ κάθονταν.
«Δεν θα έλεγα ενδιαφέροντες τους Τρόλοκ και τους Ημιανθρώπους», είπε αυτός ξερά.
«Δεν εννοούσα αυτούς. Έλεγα για νωρίτερα. Ο Υψηλός Άρχοντας Κάρλεον σκοτώθηκε σε κυνηγετικό ατύχημα. Φαίνεται ότι ο καλός του φίλος, ο Τεντόσιαν, τον πέρασε για αγριογούρουνο. Ή ίσως για ελάφι».
«Δεν το άκουσα αυτό». Μίλησε με ήρεμη φωνή. Ακόμα κι αν η Μουαραίν είχε βρει το σημείωμα, δεν θα μπορούσε να καταλάβει ότι προέρχονταν απ' αυτόν. Ο ίδιος ο Κάρλεον θα νόμιζε ότι ήταν δικός του ο γραφικός χαρακτήρας. Μάλλον δεν θα τον καταλάβαινε, αλλά βέβαια η Μουαραίν ήταν Άες Σεντάι. Λες και χρειαζόταν υπενθύμιση γι' αυτό, έτσι που την είχε απέναντί του με το μαλακό, όμορφο πρόσωπό της και τα γαλήνια, μαύρα μάτια, που τον παρακολουθούσαν γεμάτα με τα μυστικά του. «Το κουτσομπολιό δίνει και παίρνει στα καταλύματα των υπηρετών, αλλά εγώ σπάνια ακούω».