«Όχι;» μουρμούρισε αυτή γλυκά. «Τότε δεν θα έχεις μάθει ότι ο Τεντόσιαν αρρώστησε ούτε μια ώρα μετά την επιστροφή του στο Δάκρυ, ευθύς μόλις του έδωσε η σύζυγός του να πει ένα κύπελλο κρασί για να ξεδιψάσει μετά τη σκόνη του κυνηγιού. Λέγεται ότι ο Τεντόσιαν έκλαψε όταν έμαθε ότι σκοπεύει να τον περιποιείται μόνη της και να τον ταίζει με τα χεράκια της. Αναμφίβολα είναι δάκρυα χαράς για την αγάπη της. Άκουσα ότι η σύζυγός του ορκίστηκε να μη σηκωθεί από το πλευρό του πριν γιατρευτεί. Ή πριν πεθάνει».
Ήξερε. Πώς το ήξερε, ο Θομ δεν μπορούσε να καταλάβει, αλλά ήξερε. Μα γιατί του το αποκάλυπτε; «Τραγωδία», είπε παίρνοντας κι αυτός το ίδιο χλιαρό ύφος. «Ο Ραντ έχει μεγάλη ανάγκη από πιστούς Υψηλούς Αρχοντες, φαντάζομαι».
«Ο Κάρλεον και ο Τεντόσιαν ήταν κάθε άλλο παρά πιστοί. Ούτε ακόμα και ο ένας στον άλλο, απ' ό,τι φαίνεται. Ηγούνταν της φατρίας που θέλει να σκοτώσει τον Ραντ και να ξεχάσει ότι έζησε ποτέ».
«Έτσι λες; Εγώ δεν δίνω σημασία σ' αυτά τα πράγματα. Τα έργα των κραταιών δεν είναι υπόθεση ενός απλού βάρδου».
Το χαμόγελό της έφτασε στα πρόθυρα του γέλιου, όμως συνέχισε να μιλά λες και διάβαζε βιβλίο. «Ο Θόμντριλ Μέριλιν. Που τον έλεγαν Γκρίζα Αλεπού κάποτε, κάποιοι που τον ήξεραν, ή που ήξεραν γι' αυτόν. Ραψωδός της αυλής στο Βασιλικό Παλάτι του Άντορ, στο Κάεμλυν. Εραστής της Μοργκέις για ένα διάστημα, μετά το θάνατο του Τάρινγκεηλ. Ευτύχημα για τη Μοργκέις ο θάνατος του Τάρινγκεηλ. Υποθέτω ότι δεν έμαθε ποτέ ότι ο Τάρινγκεηλ σκόπευε να τη σκοτώσει και να γίνει αυτός ο πρώτος βασιλιάς του Αντορ. Μιλούσαμε όμως για τον Θομ Μέριλιν, έναν άντρα ο οποίος, όπως έλεγαν, μπορούσε να παίζει το Παιχνίδι των Οίκων ακόμα και στον ύπνο του. Είναι κρίμα που ένας τέτοιος άνθρωπος αυτοαποκαλείται απλός βάρδος. Μα τι αλαζονεία, να κρατήσει το ίδιο όνομα».
Ο Θομ με μεγάλη προσπάθεια έκρυψε την κατάπληξή του. Πόσα γνώριζε η Μουαραίν; Κι από μόνα τους αυτά που είχε ήδη πει ήταν πάρα πολλά. Μα δεν ήταν η μόνη που ήξερε πράγματα. «Μιας και μιλάμε για ονόματα», είπε με έναν ήσυχο τόνο, «είναι αξιοσημείωτο το πόσα μπορεί να συναγάγει κανείς από ένα όνομα. Μουαραίν Ντέημοντρεντ. Η Αρχόντισσα Μουαραίν του Οίκου Ντέημοντρεντ, στην Καιρχίν. Η νεότερη ετεροθαλής αδελφή του Τάρινγκεηλ. Η ανιψιά του Βασιλιά Λάμαν. Και Άες Σεντάι, για να μην ξεχνιόμαστε. Μια Άες Σεντάι που προσφέρει αρωγή στον Αναγεννημένο Δράκοντα, πριν αυτός καταλάβει ότι ήταν άλλος ένας φουκαράς που μπορούσε να διαβιβάζει. Μια Άες Σεντάι με υψηλές διασυνδέσεις στο Λευκό Πύργο, θα έλεγα, γιατί αλλιώς δεν θα ριψοκινδύνευε να κάνει όσα έχει κάνει. Κάποια στην Αίθουσα του Πύργου; Όχι μόνο μία, θα έλεγα· σίγουρα είναι πάνω από μία. Αυτή η είδηση θα συγκλόνιζε τον κόσμο. Μα γιατί να μπλέκουμε σε μπελάδες; Ίσως να ήταν καλύτερα αν έμενε ο γερο-βάρδος στην ησυχία του, σε μια τρύπα στα καταλύματα των υπηρετών. Δεν είναι παρά ένας γερο-βάρδος, που παίζει την άρπα του και διηγείται τις ιστορίες του. Ιστορίες που δεν πειράζουν κανέναν».
Αν είχε κατορθώσει να την κλονίσει έστω και στο ελάχιστο, αυτή δεν το έδειξε. «Πάντα είναι επικίνδυνο να κάνει κάποιος εικασίες δίχως στοιχεία», είπε γαλήνια. «Δεν χρησιμοποιώ το όνομα του Οίκου μου, με δική μου επιλογή. Ο Οίκος Ντέημοντρεντ είχε δικαιολογημένα άσχημη φήμη, ακόμα και πριν ο Λάμαν κόψει το Αβεντοραλντέρα και χάσει γι’ αυτό το λόγο το θρόνο και τη ζωή του. Ύστερα από τον Πόλεμο των Αελιτών, η φήμη του χειροτέρεψε, πάλι δικαιολογημένα».
Τίποτα δεν τάραζε αυτή τη γυναίκα; «Τι θες από μένα;» ρώτησε ευερέθιστα.
Εκείνη ούτε βλεφάρισε. «Η Ηλαίην και η Νυνάβε μπαρκάρουν σήμερα για το Τάντσικο. Επικίνδυνη πόλη το Τάντσικο. Οι γνώσεις και οι δεξιοτεχνίες σου ίσως τις βοηθήσουν να επιζήσουν».
Αυτό ήταν λοιπόν. Η Μουαραίν ήθελε να τον χωρίσει από τον Ραντ, να αφήσει το παιδί αφύλαχτο από τα παιχνίδια της. «Όπως το λες, το Τάντσικο τώρα είναι επικίνδυνο, μα έτσι ήταν ανέκαθεν. Εύχομαι ό,τι το καλύτερο για τις νεαρές, αλλά δεν επιθυμώ να χώσω το κεφάλι σε μια φωλιά γεμάτη οχιές. Παραείμαι γέρος για τέτοια πράγματα. Σκεφτόμουν να ασχοληθώ με τη γεωργία. Ήσυχη ζωή. Ασφαλής».
«Νομίζω ότι η ήσυχη ζωή θα σε σκοτώσει». Φαινόταν να βρίσκει αστείο αυτό που είχε ακούσει και καταπιάστηκε με τα φουστάνια της, σιάζοντας τις πτυχές τους με τα μικρά, λεπτά χεράκια της. Του φάνηκε ότι έκρυβε το χαμόγελό της. «Το Τάντσικο, όμως, δεν θα σε σκοτώσει. Σου το εγγυώμαι, και βάσει του Πρώτου Όρκου, ξέρεις ότι είναι αλήθεια».