Выбрать главу

Αυτός την κοίταξε συνοφρυωμένος, αν κι έβαζε τα δυνατά του να μείνει ανέκφραστος. Το είχε εγγυηθεί και δεν μπορούσε να πει ψέματα, αλλά πώς γινόταν να το ξέρει; Ο Θομ ήταν σίγουρος ότι η Μουαραίν δεν μπορούσε να Προβλέπει· ήταν σίγουρος ότι την είχε ακούσει να αρνείται ότι είχε αυτό το Ταλέντο. Μα όμως το είχε πει. Που να καεί αυτή η γυναίκα! «Γιατί να πάω στο Τάντσικο;» Δεν χρειαζόταν να της απευθύνεται με τον τίτλο της.

«Για να προστατεύσεις την Ηλαίην; Την κόρη της Μοργκέις;»

«Δεκαπέντε χρόνια έχω να δω τη Μοργκέις. Η Ηλαίην ήταν μωρό όταν έφυγα από το Κάεμλυν».

Αυτή δίστασε, αλλά όταν μίλησε, η φωνή της ήταν αδυσώπητα σταθερή. «Και ο λόγος που έφυγες από το Κάεμλυν; Ένας ανιψιός ονόματι Όγουιν, αν δεν κάνω λάθος. Ένας από τους φουκαράδες που είπες, που μπορούν να διαβιβάζουν. Οι Κόκκινες αδελφές έπρεπε να τον φέρουν στην Ταρ Βάλον, όπως γίνεται με κάθε τέτοιο άντρα, αντίθετα όμως τον ειρήνεψαν επιτόπου και τον άφησαν στην... καλή προαίρεση των γειτόνων του».

Ο Θομ έριξε την καρέκλα του κάτω καθώς σηκωνόταν όρθιος και μετά αναγκάστηκε να πιαστεί από το τραπέζι, επειδή τα πόδια του έτρεμαν. Ο Όγουιν δεν είχε ζήσει καιρό μετά το ειρήνεμα, τον είχαν διώξει από το σπίτι του οι υποτιθέμενοι φίλοι του, που δεν ανέχονταν να ζει ανάμεσά τους ένας άντρας που δεν μπορούσε πια να διαβιβάζει. Ο Όγουιν δεν ήθελε να ζήσει πια κι αυτό ο Θομ δεν μπόρεσε να το σταματήσει, ούτε και μπόρεσε να σταματήσει τη γυναίκα του Όγουιν, που τον ίδιο μήνα τον ακολούθησε στον τάφο.

«Γιατί...;» Ξερόβηξε τραχιά και προσπάθησε να διώξει τη βραχνάδα από τη φωνή του. «Γιατί μου τα λες όλα αυτά;»

Το πρόσωπο της Μουαραίν έδειχνε συμπόνια. Μήπως και μεταμέλεια; Σίγουρα όχι. Όχι μια Άες Σεντάι. Και η συμπόνια σίγουρα ήταν ψεύτικη. «Δεν θα τα έλεγα, αν ήσουν διατεθειμένος απλώς να πας για να βοηθήσεις την Ηλαίην και τη Νυνάβε».

«Γιατί, που να καείς; Γιατί;»

«Αν πας με την Ηλαίην και τη Νυνάβε, όταν σε ξαναδώ θα σου πω τα ονόματα αυτών των Κόκκινων αδελφών, καθώς επίσης και το όνομα εκείνης που τους έδωσε τη διαταγή. Δεν έδρασα αυτοβούλως. Και είναι βέβαιο ότι θα σε ξαναδώ. Θα επιζήσεις από το Τάραμπον».

Αυτός πήρε μια τρεμουλιαστή ανάσα. «Τι να τα κάνω τα ονόματα τους;» ρώτησε με ουδέτερη φωνή. «Ονόματα κάποιων Άες Σεντάι, που φορούν την εξουσία του Λευκού Πύργο».

«Ένας επιδέξιος και επικίνδυνος παίκτης του Παιχνιδιού των Οίκων μάλλον θα μπορούσε να τα αξιοποιήσει», του αποκρίθηκε χαμηλόφωνα. «Δεν έπρεπε να κάνουν αυτό που έκαναν. Δεν έπρεπε να τις συγχωρήσουν γι' αυτό».

«Με αφήνεις, σε παρακαλώ;»

«Θα σου διδάξω ότι δεν είναι όλες οι Άες Σεντάι σαν εκείνες τις Κόκκινες, Θομ. Πρέπει να το μάθεις».

«Σε παρακαλώ».

Στάθηκε γέρνοντας στο τραπέζι, μέχρι που η Μουαραίν έφυγε· δεν ήθελε να τον δει να λυγίζουν τα γόνατά του και να πέφτει, να δει τα δάκρυα να κυλούν στο ταλαιπωρημένο πρόσωπό του. Φως μου, Όγουιν. Τα είχε θάψει όσο πιο βαθιά μέσα του μπορούσε. Δεν μπόρεσα να φτάσω εγκαίρως. Ήμουν απασχολημένος. Απασχολημένος με εκείνο το άτιμο το Παιχνίδι των Οίκων. Σκούπισε ενοχλημένος το πρόσωπο με τις παλάμες. Η Μουαραίν ήταν από τους καλύτερους παίκτες του Παιχνιδιού. Τον είχε στριμώξει, είχε βρει τα νήματά του, που νόμιζε ότι ήταν καλά κρυμμένα. Ο Όγουιν. Η Ηλαίην. Η κόρη της Μοργκέις. Το μόνο συναίσθημα που του απέμενε τώρα για τη Μοργκέις ήταν κάποια συμπάθεια, ίσως και κάτι παραπάνω, όμως είναι δύσκολο να παρατήσεις ένα παιδάκι που το έπαιζες στα γόνατά σου. Αυτή η κοπελίτσα θα πάει στο Τάντσικο; Η πόλη θα τη φάει ζωντανή, το ίδιο θα έκανε και πριν από τον πόλεμο. Τώρα θα είναι ένας λάκκος με λυσσασμένα σκυλιά. Και η Μουαραίν θα μου δώσει τα ονόματα. Το μόνο που είχε να κάνει αυτός ήταν να αφήσει τον Ραντ στα χέρια των Άες Σεντάι. Όπως είχε κάνει και με τον Όγουιν. Τον είχε πιάσει σαν φίδι σε διχαλωτό ξύλο, όσο κι αν σφάδαζε δεν θα έκανε τίποτα. Που να καεί αυτή η γυναίκα!

Η Μιν κρέμασε το καλάθι με το εργόχειρο στο μπράτσο της, σήκωσε τα φουστάνια της με το άλλο χέρι και βγήκε από την τραπεζαρία μετά το πρόγευμα, με κομψό βήμα και την πλάτη ίσια. Μπορούσε να ισορροπήσει ένα κύπελλο γεμάτο κρασί στο κεφάλι της, χωρίς να χύσει σταγόνα. Ένας λόγος ήταν επειδή δεν μπορούσε να κάνει ένα κανονικό βήμα μ' αυτό το φόρεμα, φτιαγμένο από ανοιχτογάλανο μετάξι, με στενό μπούστο, μανίκια και μια μακριά φούστα, της οποίας θα έσερνε τον κεντητό ποδόγυρο στο χώμα, αν δεν τη σήκωνε ψηλά. Ένας άλλος ήταν ότι σίγουρα θα ένιωθε πάνω της το βλέμμα της Λάρας.