Выбрать главу

Μια ματιά πίσω της απέδειξε ότι είχε δίκιο. Η Κυρά των Μαγειρείων, που έμοιαζε με βαρελάκι με πόδια, την κοίταζε επιδοκιμαστικά από την είσοδο της τραπεζαρίας. Ποιος θα πίστευε ότι αυτή η γυναίκα ήταν καλλονή στα νιάτα της, ή ότι έτρεφε ιδιαίτερη συμπάθεια για τις νεαρές, ερωτοχτυπημένες κοπέλες. «Ζωηρούλες», όπως το έθετε. Ποιος θα υποψιαζόταν ότι θα έπαιρνε την Ελμιντρέντα υπό την αιγίδα της; Δεν ήταν καθόλου βολική αυτή η θέση. Η Λάρας είχε συνέχεια το προστατευτικό της βλέμμα στη Μιν, ένα βλέμμα που έμοιαζε να τη βρίσκει σε όλα τα σημεία του Πύργου. Η Μιν της ανταπέδωσε το χαμόγελο και έσιαξε τα μαλλιά της, που έμοιαζαν με στρογγυλό, μαύρο κράνος από μπούκλες. Που να καεί αυτή η γυναίκα! Δεν έχει να μαγειρέψει τίποτα, να βάλει τις φωνές σε καμία λαντζιέρα;

Η Λάρας της κούνησε το χέρι και το ίδιο έκανε και η Μιν. Δεν μπορούσε να προσβάλλει κάποια που την παρακολουθούσε τόσο στενά και δεν είχε ιδέα πόσα λάθη θα έκανε. Η Λάρας ήξερε όλα τα κολπάκια που έκαναν οι «ζωηρούλες», ενώ όσα δεν ήξερε η Μιν, θα της τα δίδασκε αυτή.

Ένα πραγματικό λάθος, σκέφτηκε η Μιν ενώ καθόταν σ' ένα μαρμάρινο παγκάκι κάτω από μια ψηλή ιτιά, ήταν το κέντημα. Όχι από τη σκοπιά της Λάρας, αλλά από τη δική της. Έβγαλε το στεφάνι του εργόχειρου από το καλάθι και εξέτασε μελαγχολικά τη δουλειά που είχε κάνει την προηγούμενη μέρα, μερικά λοξά, κίτρινα οξάι και κάτι που σκόπευε να γίνει ένα ανοιχτοκίτρινο μπουμπούκι τριανταφυλλιάς, αλλά καμία δεν θα το καταλάβαινε αν δεν το εξηγούσε. Αναστέναξε και άρχισε να ξηλώνει τις κλωστές. Η Ληάνε μάλλον είχε δίκαιο· μια γυναίκα μπορούσε να κάθεται ώρες ολόκληρες με ένα στεφάνι του εργόχειρου παρακολουθώντας τους πάντες και τα πάντα, και κανείς δεν το έβρισκε παράξενο. Θα βοηθούσε, όμως, αν είχε έστω και την παραμικρή δεξιοτεχνία.

Τουλάχιστον ήταν ένα τέλειο πρωινό για να κάθεται έξω. Ένας χρυσός ήλιος μόλις είχε προβάλει από τον ορίζοντα, σε έναν ουρανό όπου τα λιγοστά, αφράτα, λευκά σύννεφα έμοιαζαν να έχουν παραταχθεί για να τονίσουν την τελειότητα. Μια γλυκιά αύρα έφερνε ευωδιές από τις τριανταφυλλιές και κουνούσε τους ψηλούς θάμνους κάλμα με τα μεγάλα κόκκινα ή λευκά μπουμπούκια τους. Σε λίγο, τα χαλικοστρωμένα δρομάκια κοντά στο δέντρο θα γέμιζαν ανθρώπους που θα πήγαιναν στις δουλειές τους, από Άες Σεντάι μέχρι σταβλίτες. Ένα τέλειο πρωινό και ένα τέλειο μέρος απ' όπου μπορούσε να παρακολουθεί απαρατήρητη. Ίσως σήμερα να έβλεπε μια χρήσιμη εικόνα.

«Ελμιντρέντα;»

Η Μιν τινάχτηκε και έχωσε το τσιμπημένο δάχτυλο στο στόμα της. Γύρισε από την άλλη στο παγκάκι και ετοιμάστηκε να τα βάλει με τον Γκάγουιν, που την είχε τρομάξει, όμως τα λόγια κόλλησαν στο λαιμό της. Μαζί του ήταν ο Γκάλαντ. Ήταν ψηλότερος από τον Γκάγουιν, με μακριά πόδια και κινήσεις που είχαν χάρη χορευτή και έδειχναν νευρώδη, σβέλτη δύναμη. Τα χέρια του ήταν κι αυτά μακριά, ωραία, αλλά και δυνατά. Και το πρόσωπό του... Ήταν ο πιο όμορφος άντρας που είχε δει ποτέ της ― έτσι απλά.

«Μη ρουφάς το δάχτυλό σου», είπε χαμογελώντας ο Γκάγουιν. «Ξέρουμε ότι είσαι ομορφούλικο κοριτσάκι· δεν χρειάζεται να μας το αποδείξεις».

Αυτή κοκκίνισε, κατέβασε το χέρι και μόλις που κρατήθηκε για να μην τον αγριοκοιτάξει οργισμένα, κάτι που δεν θα ταίριαζε στην Ελμιντρέντα. Ο Γκάγουιν δεν είχε χρειαστεί ούτε απειλές, ούτε διαταγές από την Άμερλιν για να κρατήσει το μυστικό της, έφτανε που του το είχε ζητήσει, όμως εκμεταλλευόταν κάθε ευκαιρία για να την κοροϊδέψει.

«Δεν είναι σωστό να κοροϊδεύεις, Γκάγουιν», είπε ο Γκάλαντ. «Δεν σκόπευε να σε προσβάλει, κυρά Ελμιντρέντα. Με συγχωρείς, αλλά μήπως έχουμε συναντηθεί κι άλλοτε; Όταν αγριοκοίταξες τόσο θυμωμένα τον Γκάγουιν πριν από λίγο, μου φάνηκε ότι από κάπου σε ξέρω».

Η Μιν χαμήλωσε το βλέμμα συνεσταλμένα. «Α, μα εγώ δεν θα σε ξεχνούσα ποτέ, Άρχοντα Γκάλαντ», είπε κάνοντας όσο καλύτερα μπορούσε τη φωνή ενός χαζοκόριτσου. Ο ψευτογελαστός τόνος και ο θυμός για το σφάλμα της την έκαναν να κοκκινίσει, κάτι που βελτίωσε τη μεταμφίεσή της.

Δεν έμοιαζε καθόλου με τον εαυτό της, και το φόρεμα και τα μαλλιά δεν ήταν ο μόνος λόγος. Η Ληάνε είχε βρει στην πόλη κρέμες, πούδρες και μια απίστευτη συλλογή από μυστηριώδη, ευωδιαστά πράγματα, και της είχε κάνει ασκήσεις, ώσπου η Μιν έμαθε και μπορούσε να τα βάζει ακόμα και κοιμισμένη. Τώρα τα ζυγωματικά της ήταν τονισμένα και τα χείλη της είχαν πιο έντονο χρώμα από αυτό που της είχε δώσει η φύση. Μια σκούρα κρέμα, που κάλυπτε τα βλέφαρά της, και μια ψιλή πούδρα, που τόνιζε τις βλεφαρίδες της, έκαναν τα μάτια της να φαντάζουν μεγαλύτερα. Δεν ήταν καθόλου ο εαυτός της. Μερικές μαθητευόμενες της είχαν πει με θαυμασμό πόσο όμορφη ήταν, ενώ ακόμα και μερικές Άες Σεντάι την είχαν αποκαλέσει «όμορφο παιδί». Το μισούσε αυτό. Παραδεχόταν ότι το φόρεμα ήταν ωραίο, αλλά τα υπόλοιπα τα μισούσε. Εντούτοις, δεν είχε νόημα να μεταμφιέζεται αν δεν το έκανε συνεχώς.