«Δεν θα έπρεπε να ενοχλούμε την κυρά Ελμιντρέντα μ' αυτό», είπε ο Γκάλαντ. «Είναι δικό μας πρόβλημα, Γκάγουιν. Από εμάς εξαρτάται να βρούμε το ψέμα και να το αντιμετωπίσουμε».
Η Μιν μόλις που τον άκουγε, επειδή κοίταζε ένα μεγαλόσωμο άντρα με μακριά, μαύρα μαλλιά, που έπεφταν σε μπούκλες γύρω από τους καμπουρωτούς ώμους του· ο άντρας αυτός περιπλανιόταν άσκοπα σε ένα χαλικοστρωμένο δρομάκι του κήπου που περνούσε ανάμεσα από τα δέντρα, υπό το αδιάκοπο βλέμμα μιας Αποδεχθείσας. Είχε ξαναδεί τον Λογκαίν, έναν άντρα με πρόσωπο κάποτε χαρωπό και τώρα θλιμμένο, πάντα με τη συνοδεία μιας Αποδεχθείσας. Η δουλειά της ήταν όχι μόνο να προλάβει κάποια πιθανή δραπέτευση, αλλά και να τον εμποδίσει να αυτοκτονήσει· παρά τον όγκο του, η δραπέτευση δεν φαινόταν ιδιαίτερα πιθανή. Αλλά η Μιν δεν είχε δει ποτέ άλλοτε ένα φλογισμένο φωτοστέφανο στο κεφάλι του, που ακτινοβολούσε χρυσά και γαλανά χρώματα. Εμφανίστηκε μόνο για μια στιγμή, αλλά αυτό της αρκούσε.
Ο Λογκαίν είχε αυτοανακηρυχθεί Αναγεννημένος Δράκοντας· τον είχαν αιχμαλωτίσει και τον είχαν ειρηνέψει. Όποια δόξα κι αν είχε ως ψεύτικος Δράκοντας, τώρα είχε χαθεί. Το μόνο που του απέμενε ήταν η απόγνωση των ειρηνεμένων, σαν άνθρωπος που του έχουν κλέψει την όραση, την ακοή και τη γεύση, και περίμενε να πεθάνει, περίμενε το θάνατο που αναπόφευκτα έβρισκε τέτοιους άντρες ύστερα από λίγα χρόνια. Την κοίταξε, μάλλον χωρίς να τη βλέπει· η ματιά του έμοιαζε να στρέφεται απέλπιδα προς τον εαυτό του. Γιατί λοιπόν είχε ένα φωτοστέφανο, που έκραζε για μελλούμενη δόξα και εξουσία; Αυτό έπρεπε να το πει στην Άμερλιν.
«Ο δύστυχος», μουρμούρισε ο Γκάγουιν. «Δεν μπορώ να μην τον οικτίρω. Φως μου, θα ήταν σπλαχνικό αν τον άφηναν να δώσει ένα τέλος. Γιατί τον αναγκάζουν να ζει;»
«Δεν του αξίζει οίκτος», δήλωσε ο Γκάλαντ. «Λησμόνησες τι ήταν, τι έκανε; Πόσες χιλιάδες σκοτώθηκαν, μέχρι να τον συλλάβουν; Πόσες πόλεις κάηκαν; Ας ζήσει, ως προειδοποίηση για τους άλλους».
Ο Γκάγουιν ένευσε, απρόθυμα όμως. «Όμως υπήρξε κόσμος που τον ακολούθησε. Κάποιες από τις πόλεις που λες πυρπολήθηκαν αφού κήρυξαν την πίστη τους σ' αυτόν».
«Πρέπει να φύγω», είπε η Μιν καθώς σηκωνόταν όρθια. Ο Γκάλαντ αμέσως άρχισε τις αβρότητες.
«Συγχώρεσέ μας, κυρά Ελμιντρέντα. Δεν θέλαμε να σε φοβίσουμε. Ο Λογκαίν δεν μπορεί να σε πειράξει. Σε διαβεβαιώνω».
«Θα... Ναι, τον είδα και παραλίγο να λιποθυμήσω. Συγχωρήστε με. Στ' αλήθεια πρέπει να πάω να ξαπλώσω».
Ο Γκάγουιν έδειξε μεγάλη δυσπιστία, όμως άρπαξε το καλάθι της, πριν αυτή προλάβει να το πιάσει. «Για να σε συνοδεύσω, ως ένα σημείο τουλάχιστον», της είπε με φωνή που έσταζε ψεύτικη έγνοια. «Αυτό το καλάθι είναι πολύ βαρύ για σένα με τη ζαλάδα που σ' έπιασε. Δεν θα ήθελα να λιγοθυμήσεις».
Της ήρθε να πιάσει το καλάθι και να του το φέρει στο κεφάλι, μα η Ελμιντρέντα δεν θα αντιδρούσε έτσι. «Α, σ' ευχαριστώ, Άρχοντά Γκάγουιν. Είσαι τόσο ευγενικός. Τόσο ευγενικός. Όχι, όχι, Άρχοντά Γκάλαντ. Μη σας βάλω όλους σε κόπο. Κάθισε εδώ και διάβασε το βιβλίο σου. Πες μου ότι αυτό θα κάνεις. Αλλιώς δεν θα το αντέξω». Πετάρισε και τα ματόκλαδά της.
Με κάποιον τρόπο, κατόρθωσε να βολέψει τον Γκάλαντ στο μαρμαρένιο παγκάκι και να φύγει, αν και ο Γκάγουιν δεν έλεγε να ξεκολλήσει από δίπλα της. Οι φούστες της ήταν μεγάλη ενόχληση· ήθελε να τις σηκώσει ως τα γόνατα και να τρέξει, όμως η Ελμιντρέντα δεν θα έτρεχε ποτέ και δεν θα εξέθετε ποτέ τα πόδια της, εκτός αν χόρευε. Η Λάρας της είχε κάνει εκτεταμένες διαλέξεις πάνω σ' αυτό το ζήτημα· μια φορά αν έτρεχε, θα κατέστρεφε εντελώς την εικόνα της Ελμιντρέντα. Και ο Γκάγουιν...;
«Δώσε μου το καλάθι, βλάκα, που έχεις περισσότερους μυς παρά μυαλό», τον αποπήρε μόλις τους έχασε ο Γκάλαντ και του το τράβηξε άγρια, πριν της το δώσει. «Τι κάνεις και με ρωτάς για την Ηλαίην και την Εγκουέν μπροστά του; Η Ελμιντρέντα δεν τις έχει γνωρίσει ποτέ. Η Ελμιντρέντα δεν ενδιαφέρεται γι' αυτές. Η Ελμιντρέντα δεν θέλει να την αναφέρουν στην ίδια πρόταση μ' αυτές! Δεν το καταλαβαίνεις;»
«Όχι», είπε αυτός. «Εφόσον δεν μου εξηγείς, όχι. Λυπάμαι όμως». Η μεταμέλεια που έδειχνε η φωνή του ήταν ελάχιστη και δεν της έφτανε. «Είναι απλώς που ανησυχώ. Πού βρίσκονται; Τα νέα που ανεβαίνουν από το ποτάμι για έναν ψεύτικο Δράκοντα στο Δάκρυ δεν βοηθούν για να ηρεμήσω. Βρίσκονται εκεί, κάπου εκεί πέρα, το Φως μόνο ξέρει πού, και εγώ αναρωτιέμαι, τι γίνεται αν έχουν μπλέξει σε καμιά καταστροφή, σαν αυτή που έφερε ο Λογκαίν στη Γκεάλνταν;»
«Κι αν δεν είναι ψεύτικος Δράκοντας;» ρώτησε η Μιν επιφυλακτικά.
«Εννοείς επειδή οι ιστορίες που κυκλοφορούν στο δρόμο λένε ότι κατέλαβε την Πέτρα του Δακρύου; Οι φήμες έχουν έναν τρόπο να μεγεθύνουν τα γεγονότα. Θα το πιστέψω όταν το δω και, εν πάση περιπτώσει, θέλω κι άλλα για να πειστώ. Ακόμα και η Πέτρα μπορεί να πέσει. Φως μου, δεν πιστεύω πραγματικά ότι η Ηλαίην και η Εγκουέν είναι στο Δάκρυ, η άγνοια όμως μου κατατρώει τα σωθικά. Αν έπαθε κάτι...»