Η Μιν δεν ήξερε ποια από τις δύο εννοούσε και υποψιαζόταν ότι ούτε κι αυτός το ήξερε. Παρά τα πειράγματά του, η καρδιά της τον συμπονούσε, όμως δεν μπορούσε να τον βοηθήσει. «Αν μόνο έκανες αυτό που σου λέω, αν —»
«Το ξέρω. Αν έδειχνα εμπιστοσύνη στην Άμερλιν. Εμπιστοσύνη!» Άφησε μια μακριά ανάσα. «Ξέρεις ότι ο Γκάλαντ πίνει στα καπηλειά μαζί με Λευκομανδίτες; Ο καθένας μπορεί να περάσει τη γέφυρα αν έρχεται εν ειρήνη, ακόμα και τα Τέκνα του Φωτός, που να πάρει».
«Ο Γκάλαντ;» έκανε αυτή χωρίς να το πιστεύει. «Σε καπηλειά; Πίνει;»
«Το πολύ ένα-δυο κύπελλα, είμαι βέβαιος. Δεν θα επέτρεπε στον εαυτό του παραπάνω, ακόμα κι αν ήταν η μέρα που γιορτάζει την ονοματοδοσία του». Ο Γκάγουιν συνοφρυώθηκε, σαν να μην ήξερε αν αυτό ήταν κριτική στον Γκάλαντ. «Το θέμα είναι ότι μιλάει με Λευκομανδίτες. Και τώρα, να και το βιβλίο. Σύμφωνα με την αφιέρωση, του το έδωσε ο ίδιος ο Ήμον Βάλντα. “Με την ελπίδα ότι θα βρεις το δρόμο”. Ο Βάλντα, Μιν. Ο άνθρωπος που διοικεί τους Λευκομανδίτες στην άλλη μεριά των γεφυρών. Η άγνοια τρώει και τον Γκάλαντ. Κάθεται κι ακούει τους Λευκομανδίτες. Αν πάθει κάτι η αδελφή μας, ή η Εγκουέν...» Κούνησε το κεφάλι. «Ξέρεις πού βρίσκονται, Μιν; Θα μου έλεγες αν το ήξερες; Γιατί κρύβεσαι;»
«Επειδή τρέλανα δυο άντρες με την ομορφιά μου και δεν μπορώ να αποφασίσω», του είπε καυστικά.
Αυτός κάγχασε πικρά και μετά το έκρυψε μ' ένα πλατύ χαμόγελο. «Ε, αυτό θα μπορούσα να το πιστέψω». Χασκογέλασε και τη χάιδεψε με το ένα του δάχτυλο κάτω από το πηγούνι. «Είσαι ομορφούλα, Ελμιντρέντα. Ομορφούλα και πανέξυπνη».
Εκείνη έσφιξε τη γροθιά της και προσπάθησε να τον πετύχει στο μάτι, όμως αυτός έκανε πίσω μ' ένα χορευτικό βήμα και η Μιν σκόνταψε στα φουστάνια της και παραλίγο να πέσει. «Άμυαλο ζώο!» μούγκρισε.
«Μα τι αιθέρια χάρη είναι αυτή, Ελμιντρέντα», γέλασε εκείνος. «Φωνή σαν τσίτερ, σαν αηδόνι ή σαν γουργουριστή περιστερά του δειλινού. Ποιος άντρας δεν θα άρχιζε να ονειροπολεί βλέποντας την Ελμιντρέντα;» Το κέφι χάθηκε και την κοίταξε σοβαρά. «Αν μάθεις κάτι, σε παρακαλώ πες μου. Σε παρακαλώ. Θα σε ικετέψω γονατιστός, Μιν».
«Θα σου πω», του είπε. Αν μπορώ. Αν είναι ασφαλές γι’ αυτές. Φως μου, το μισώ αυτό το μέρος. Γιατί δεν μπορώ να ξαναγυρίσω στον Ραντ;
Άφησε εκεί τον Γκάγουιν και μπήκε στο κτίριο του Πύργου μόνη της, έχοντας το νου της για Άες Σεντάι ή Αποδεχθείσες που μπορεί να τη ρωτούσαν τι έκανε εκτός ισογείου και πού πήγαινε. Η είδηση για τον Λογκαίν ήταν σημαντική και δεν μπορούσε να περιμένει μέχρι να τη συναντήσει η Άμερλιν, φαινομενικά τυχαία, ως συνήθως, κάποια στιγμή το απόγευμα. Τουλάχιστον έτσι έλεγε στον εαυτό της. Η ανυπομονησία φούντωνε μέσα της.
Είδε λίγες μόνο Άες Σεντάι· έστριβαν σε μια γωνιά μπροστά της ή έμπαιναν σε κάποιο δωμάτιο, κι αυτό ήταν το καλύτερο. Καμία δεν επισκεπτόταν έτσι απλά την Έδρα της Άμερλιν. Οι λιγοστές υπηρέτριες, που καταγίνονταν απορροφημένες με τις δουλειές τους, δεν τη ρωτούσαν φυσικά, ούτε και την κοίταζαν δεύτερη φορά, παρά μόνο για να υποκλιθούν βιαστικά, σχεδόν χωρίς να σταματήσουν.
Άνοιξε την πόρτα που έβγαζε στο μελετητήριο της Άμερλιν και είχε έτοιμη μια χαζή δικαιολογία, σε περίπτωση που ήταν κανείς μαζί με τη Ληάνε, όμως ο προθάλαμος ήταν άδειος. Έτρεξε στην εσωτερική πόρτα και έχωσε μέσα το κεφάλι. Η Άμερλιν και η Τηρήτρια ήταν καθισμένες δεξιά κι αριστερά από το τραπέζι της Σιουάν, το οποίο ήταν γεμάτο με μικρά κομματάκια λεπτού χαρτιού. Τα κεφάλια τους γύρισαν απότομα προς το μέρος της, με βλέμματα σαν καρφιά.
«Τι γυρεύεις εδώ;» της φώναξε η Άμερλιν. «Υποτίθεται ότι είσαι ένα χαζοκόριτσο που ζήτησε καταφύγιο, όχι παιδική μου φίλη. Δεν υπάρχει επαφή μεταξύ μας, παρά μόνο τυχαία, όπως προσπερνάμε η μια την άλλη. Αν χρειαστεί, θα βάλω τη Λάρας να σε προσέχει όπως νοσοκόμα ένα παιδί. Θα το απολάμβανε, νομίζω, αλλά αμφιβάλω αν θα ένιωθες κι εσύ το ίδιο».
Η Μιν ζάρωσε και μόνο στη σκέψη. Ξαφνικά ο Λογκαίν δεν φαινόταν να είναι κάτι τόσο επείγον· ήταν πολύ απίθανο να κέρδιζε οποιαδήποτε δόξα τις επόμενες μέρες. Δεν ήταν όμως αυτός ο πραγματικός λόγος που είχε έρθει, ήταν απλώς μια πρόφαση και δεν μπορούσε να κάνει πίσω τώρα. Έκλεισε την πόρτα πίσω ι ης και ψέλλισε τι είχε δει και τι σήμαινε. Ακόμα ένιωθε άβολα μπροστά στη Ληάνε.
Η Σιουάν κούνησε το κεφάλι κουρασμένα. «Άλλη μια ανησυχία. Λιμός στην Καιρχίν. Μια αδελφή που εξαφανίστηκε στο Τάραμπον. Οι επιδρομές των Τρόλοκ στις Μεθόριους αυξάνονται πάλι. Ο βλάκας που αυτοαποκαλείται Προφήτης προκαλεί ταραχές στην Γκεάλνταν. Απ' ό,τι φαίνεται, κηρύττει ότι ο Δράκοντας ξαναγεννήθηκε ως Σιναρανός άρχοντας», είπε χωρίς να το πιστεύει. «Ακόμα και τα μικροπράγματα είναι άσχημα. Ο πόλεμος στο Άραντ Ντόμαν έχει σταματήσει το εμπόριο με τη Σαλδαία και οι ελλείψεις προκαλούν αναταραχή στο Μάραντον. Μπορεί γι' αυτό το λόγο να εκθρονίσουν την Τενόμπια. Τα μόνα καλά νέα που άκουσα είναι ότι, για κάποιο λόγο, η Μάστιγα έχει υποχωρήσει. Μια ζώνη πρασινάδας, πλάτους δύο μιλίων ή και περισσότερο, πέρα από τις πέτρες που δείχνουν τα σύνορα, από τη Σαλδαία ως το Σίναρ, δίχως ίχνος εκφυλισμού ή λοιμού. Αυτή είναι η πρώτη φορά, απ' όσο θυμόμαστε, που συνέβη κάτι τέτοιο. Φαντάζομαι, όμως, ότι τα καλά νέα πρέπει να ισορροπήσουν με τα άσχημα. Όταν η βάρκα έχει μια τρύπα, σίγουρα έχει κι άλλες. Μακάρι μόνο να υπήρχε μια ισορροπία. Ληάνε, βάλε να αυξηθεί η φρουρά του Λογκαίν. Δεν βλέπω τι πρόβλημα θα μπορούσε να δημιουργήσει τώρα, αλλά δεν θέλω να μάθω». Έστρεψε τα διαπεραστικά, γαλανά μάτια της στη Μιν, «Πώς και ήρθες, πετώντας εδώ σαν σκιαγμένος γλάρος; Ο Λογκαίν μπορεί να περιμένει. Ο άνθρωπος αποκλείεται να βρει δόξα και εξουσία πριν από το ηλιοβασίλεμα».