Τα λόγια της σχεδόν απηχούσαν τις σκέψεις της Μιν κι αυτή σάλεψε αμήχανα. «Το ξέρω», είπε. Η Ληάνε ύψωσε τα φρύδια προειδοποιητικά. «Μητέρα», πρόσθεσε βιαστικά η Μιν. Η Τηρήτρια ένευσε επιδοκιμαστικά.
«Αυτό δεν μου λέει το λόγο, μικρή μου», είπε η Σιουάν.
Η Μιν ετοιμάστηκε. «Μητέρα, απ' όσα έχω δει από την πρώτη μέρα, τίποτα δεν ήταν πολύ σημαντικό. Σίγουρα δεν έχω δει κάτι που να δείχνει το Μαύρο Ατζα». Αυτό το όνομα ακόμα της έφερνε ρίγη. «Ό,τι ξέρω για τη συμφορά που θα αντιμετωπίσετε εσείς οι Άες Σεντάι σου τα έχω πει, ενώ τα υπόλοιπα είναι άχρηστα». Αναγκάστηκε να κάνει μια παύση και να ξεροκαταπιεί με εκείνο το διαπεραστικό βλέμμα πάνω της. «Μητέρα, δεν υπάρχει λόγος να μείνω. Υπάρχει λόγος να φύγω. Ίσως ο Ραντ μπορέσει να αξιοποιήσει αυτό που κάνω. Αν πράγματι κατέλαβε την Πέτρα... Μητέρα, ίσως να με χρειάζεται». Εγώ πάντως τον χρειάζομαι, που να καώ η ανόητη!
Η Τηρήτρια ανατρίχιασε όταν αναφέρθηκε το όνομα του Ραντ. Η Σιουάν, αντιθέτως, ξεφύσησε δυνατά. «Οι εικόνες σου μας έχουν φανεί πολύ χρήσιμες. Είναι σημαντικό να ξέρουμε για τον Λογκαίν. Βρήκες τον ιπποκόμο που έκλεβε, πριν πέσουν οι υποψίες σε άλλον. Και η μαθητευόμενη με τα πυρόξανθα μαλλιά, που θα έμενε έγκυος...! Η Σέριαμ το σταμάτησε αυτό —η κοπέλα δεν θα σκέφτεται καν τους άντρες πριν τελειώσει την εκπαίδευση της― αλλά χωρίς εσένα δεν θα το μαθαίναμε, παρά μόνο όταν θα ήταν πολύ αργά. Όχι, δεν μπορείς να φύγεις. Κάποια στιγμή οι εικόνες σου θα μου ζωγραφίσουν ένα χάρτη για το Μαύρο Άτζα και μέχρι τότε, βγάζουν το ψωμί τους με το παραπάνω».
Η Μιν αναστέναξε, κι όχι μόνο επειδή η Άμερλιν σκόπευε να την κρατήσει. Την τελευταία φορά που είχε δει εκείνη την κοκκινομάλλα μαθητευόμενη, η κοπέλα τρύπωνε σε μια δασόφυτη περιοχή του παλατιού παρέα μ' ένα μυώδη φρουρό. Θα παντρεύονταν, ίσως πριν από το τέλος του καλοκαιριού· η Μιν το κατάλαβε αυτό μόλις τους είδε μαζί, αν και ο Πύργος δεν άφηνε τις μαθητευόμενες να φύγουν πριν να είναι έτοιμες, ούτε ακόμα και κάποια που δεν μπορούσε να προοδεύσει άλλο στην εκπαίδευσή της. Υπήρχε μια φάρμα στο μέλλον αυτού του ζευγαριού, καθώς και ένα τσούρμο παιδιά, αλλά δεν είχε νόημα να το πει στην Άμερλιν.
«Μητέρα, θα μπορούσες τουλάχιστον να πεις στον Γκάγουιν και τον Γκάλαντ ότι η Εγκουέν και η αδελφή τους είναι καλά;» Την ενόχλησε το γεγονός ότι έκανε αυτή την ερώτηση, το ίδιο και ο τόνος της φωνής της. Ήταν ένα παιδί που του είχαν αρνηθεί την τούρτα και τώρα ζητούσε κουλουράκι. «Τουλάχιστον πες τους κάτι άλλο, εκτός από εκείνη τη γελοία ιστορία για επιτίμια και φάρμες».
«Σου είπα ότι δεν είναι δική σου έγνοια. Μη με κάνεις να σου το ξαναπώ».
«Δεν το πιστεύουν, όπως δεν το πιστεύω κι εγώ», πρόφτασε να πει η Μιν, πριν τη σταματήσει το ψυχρό χαμόγελο της Άμερλιν. Δεν ήταν ένα χαμόγελο που έδειχνε ότι το έβρισκε αστείο.
«Προτείνεις, λοιπόν, να αλλάξω το μέρος που υποτίθεται ότι βρίσκονται, αφού άφησα τους πάντες να νομίζουν ότι είναι σε μια φάρμα; Λες να μην προκαλέσει απορίες κάτι τέτοιο; Όλοι το δέχονται, εκτός από αυτά τα αγόρια. Κι εκτός από σένα. Τέλος πάντων, ο Κούλιν Γκαϊντίν θα πρέπει να τους απασχολήσει ακόμα πιο εντατικά. Οι πιασμένοι μύες και ο ιδρώτας κάνουν τα μυαλά των αντρών να ξεχνούν τους άλλους μπελάδες. Και των γυναικών, επίσης. Αν συνεχίσεις τις ερωτήσεις, θα δούμε πώς θα είσαι ύστερα από μερικές μέρες που θα πλένεις κατσαρόλες. Καλύτερα να χάσουμε τις υπηρεσίες σου για δυο-τρεις μέρες, παρά να χώνεις τη μύτη σου εκεί που δεν πρέπει».