«Δεν ξέρεις καν αν έχουν μπλέξει, έτσι δεν είναι; Ούτε και για τη Μουαραίν». Δεν εννοούσε τη Μουαραίν όμως.
«Μικρή μου», είπε προειδοποιητικά η Ληάνε, όμως η Μιν δεν μπορούσε να σταματήσει πια.
«Γιατί δεν μάθαμε τίποτα; Οι φήμες έφτασαν πριν από δυο μέρες. Δυο μέρες! Γιατί κανένα από τα χαρτάκια στο γραφείο σου δεν έχει μήνυμά της; Δεν έχει περιστέρια; Νόμιζα ότι εσείς οι Άες Σεντάι είχατε παντού ανθρώπους με ταχυδρομικά περιστέρια. Αν δεν υπήρχε κανείς στο Δάκρυ, κακώς. Ένας έφιππος τώρα θα είχε φτάσει στην Ταρ Βάλον. Γιατί...;»
Η παλάμη της Σιουάν έπεσε στο τραπέζι μ' έναν οξύ κρότο, κόβοντάς την. «Έχεις μάθει να υπακούς μια χαρά», είπε σαρκαστικά. «Παιδί μου, μέχρι να ακούσουμε κάτι περί του εναντίου, θα υποθέτουμε ότι ο νεαρός είναι καλά. Προσευχήσου να είναι έτσι». Η Ληάνε τρεμούλιασε ξανά. «Υπάρχει ένα ρητό στο Μάουλε, παιδί μου. “Μην πας γυρεύοντας μπελάδες, αν δεν σε γυρέψουν αυτοί”. Βάλε το καλά στο νου σου, παιδί μου».
Ακούστηκε ένα δειλό χτύπημα στην πόρτα.
Η Αμερλιν και η Τηρήτρια κοιτάχτηκαν· έπειτα δύο ζευγάρια μάτια στράφηκαν στη Μιν. Η παρουσία της ήταν πρόβλημα. Δεν υπήρχε πουθενά μέρος να κρυφτεί· ακόμα και το μπαλκόνι φαινόταν ολόκληρο μέσα από το δωμάτιο.
«Ένας λόγος για να είσαι εδώ», μουρμούρισε η Σιουάν, «που να μη σε κάνει να δείχνεις ακόμα πιο χαζή απ' όσο υποτίθεται ότι είσαι. Ληάνε, στάσου έτοιμη στην πόρτα». Οι δύο γυναίκες σηκώθηκαν μαζί και η Σιουάν έκανε το γύρο του τραπεζιού, ενώ η Ληάνε ζύγωσε την πόρτα. «Πάρε τη θέση της Ληάνε, μικρή μου. Άντε, παιδί μου, μη σέρνεις τα πόδια σου. Τώρα πάρε μουτρωμένη έκφραση. Όχι θυμωμένη, μουτρωμένη! Πέτα το κάτω χείλος σου και κοίτα το πάτωμα. Μου έρχεται να σου βάλω κόκκινες κορδέλες στα μαλλιά, πελώριους, κόκκινους φιόγκους. Έτσι ακριβώς. Ληάνε». Η Άμερλιν έστησε τις γροθιές στους γοφούς της και ύψωσε τη φωνή της. «Κι αν ποτέ μου ξανάρθεις απρόσκλητη, κορίτσι μου, θα σε...»
Η Ληάνε άνοιξε την πόρτα, που τους αποκάλυψε μια μελαψή μαθητευόμενη, η οποία μόρφασε ακούγοντας τον εξάψαλμο της Σιουάν και ύστερα έκλινε βαθιά το γόνυ. «Μηνύματα για την Άμερλιν, Άες Σεντάι», είπε με τσιριχτή φωνή η κοπελίτσα. «Δύο περιστέρια έφτασαν στον περιστερώνα». Ήταν μια από τις κοπέλες που είχαν πει στη Μιν ότι ήταν όμορφη και προσπάθησε να κοιτάζει αλλού, πέρα από την Τηρήτρια, με τα μάτια ορθάνοιχτα.
«Αυτό δεν σε αφορά, παιδί μου», είπε απότομα η Ληάνε, παίρνοντας τους μικρούς, κοκάλινους κυλίνδρους από το χέρι της κοπέλας, «Γύρνα στον περιστερώνα». Πριν σηκωθεί καλά-καλά η μαθητευόμενη, η Ληάνε έκλεισε την πόρτα και έγειρε πάνω της αναστενάζοντας. «Από τότε που μου το είπες, πετιέμαι ψηλά κάθε φορά που ακούω έναν αναπάντεχο ήχο...» Σηκώθηκε και ξαναγύρισε στο τραπέζι. «Δύο ακόμα μηνύματα, Μητέρα. Να τα...;»
«Ναι. Άνοιξέ τα», είπε η Άμερλιν. «Το δίχως άλλο, η Μοργκέις αποφάσισε να εισβάλει τελικά στην Καιρχίν. Ή οι Τρόλοκ κατέκλυσαν τις Μεθόριους. Θα ταίριαζαν με τα άλλα νέα». Η Μιν δεν σηκώθηκε από τη θέση της· η φωνή της Σιουάν ακουγόταν ρεαλιστική μιλώντας γι' αυτές τις απειλές.
Η Ληάνε εξέτασε το κόκκινο βουλοκέρι στην άκρη του ενός μικρού κυλίνδρου, που δεν ήταν μεγαλύτερο από την άρθρωση του δαχτύλου της, και ύστερα το έσπασε με το νύχι, όταν βεβαιώθηκε ότι ήταν απείραχτο. Με μια λεπτή, φιλντισένια βελόνα, έβγαλε το τυλιγμένο χαρτάκι από μέσα. «Σχεδόν εξίσου άσχημο με τους Τρόλοκ, Μητέρα», είπε σχεδόν αμέσως μόλις άρχισε να διαβάζει. «Ο Μάζριμ Τάιμ δραπέτευσε».
«Φως μου!» έκανε ξερά η Σιουάν. «Πώς;»
«Εδώ λέει μόνο ότι τον πήραν με πανουργία μέσα στη νύχτα, Μητέρα. Δύο αδελφές είναι νεκρές».
«Το Φως να φωτίζει τις ψυχές τους. Αλλά δεν έχουμε χρόνο να θρηνήσουμε τους νεκρούς, όταν ένας σαν τον Τάιμ είναι ζωντανός κι ανειρήνευτος. Πού, Ληάνε;»
«Στο Ντενούιρ, Μητέρα. Ένα χωριουδάκι ανατολικά από τους Μαύρους Λόφους, στο Δρόμο του Μάραντον, πάνω από τις πηγές του Αντέο και του Λουάν».
«Πρέπει να ήταν κάποιοι από τους οπαδούς του. Οι ανόητοι. Γιατί δεν καταλαβαίνουν πότε έχουν νικηθεί; Διάλεξε μια δωδεκάδα από τις πιο αξιόπιστες αδελφές μας, Ληάνε...» Η Άμερλιν έκανε μια γκριμάτσα. «Αξιόπιστες», μουρμούρισε. «Αν ήξερα ποια είναι πιο αξιόπιστη από ασημόκαρφο, δεν θα είχα τα προβλήματα που έχω. Κάνε ό,τι μπορείς, Ληάνε. Δώδεκα αδελφές. Και πεντακόσιους φρουρούς. Όχι, μια ολόκληρη χιλιάδα».
«Μητέρα», έκανε ανήσυχα η Τηρήτρια. «Οι Λευκομανδίτες —»
«― δεν θα δοκίμαζαν να περάσουν τις γέφυρες, ακόμα κι αν τις άφηνα εντελώς αφρούρητες. Θα φοβούνταν παγίδα. Δεν ξέρει κανείς τι συμβαίνει εκεί πέρα, Ληάνε. Αυτοί που θα στείλω, θέλω να είναι έτοιμοι για οτιδήποτε. Και, Ληάνε... ο Μάζριμ Τάιμ να ειρηνευθεί μόλις συλληφθεί ξανά».