Τα μάτια της Ληάνε άνοιξαν διάπλατα από την κατάπληξη. «Ο νόμος».
«Ξέρω πολύ καλά το νόμο, όπως κι εσύ, αλλά δεν θα διακινδυνεύσω να τον ελευθερώσουν πάλι ανειρήνευτο. Δεν θέλω να διακινδυνεύσω να έχω άλλον έναν Γκουαίρ Αμαλάσαν, πάνω σε όλα τ' άλλα».
«Μάλιστα, Μητέρα», είπε αχνά η Ληάνε.
Η Άμερλιν πήρε το δεύτερο κοκάλινο κύλινδρο και τον έσπασε στα δύο με έναν ξερό κρότο, για να βγάλει το μήνυμα. «Επιτέλους, καλά νέα», είπε χαμηλόφωνα, μ' ένα χαμόγελο να διαγράφεται στο πρόσωπό της. «Καλά νέα. “Η σφεντόνα χρησιμοποιήθηκε. Ο βοσκός κρατά το σπαθί”».
«Ο Ραντ;» ρώτησε η Μιν και η Σιουάν ένευσε.
«Φυσικά, κορίτσι μου. Η Πέτρα έπεσε. Ο Ραντ αλ'Θόρ, ο βοσκός, έχει το Καλαντόρ. Τώρα μπορώ να κάνω την κίνησή μου. Ληάνε, θέλω να συνέλθει η Αίθουσα του Πύργου σήμερα το απόγευμα. Όχι, τώρα το πρωί».
«Δεν καταλαβαίνω», είπε η Μιν. «Ήξερες ότι οι φήμες έλεγαν για τον Ραντ. Γιατί συγκαλείς τώρα την Αίθουσα; Τι μπορείς να κάνεις, που δεν το μπορούσες πριν;»
Η Σιουάν γέλασε σαν κοριτσόπουλο. «Αυτό που μπορώ να κάνω τώρα είναι να τους πω ότι έλαβα την είδηση από μια Άες Σεντάι ότι η Πέτρα του Δακρύου έχει πέσει και ότι ένας άντρας έχει πάρει το Καλαντόρ. Η Προφητεία εκπληρώθηκε. Ή, τουλάχιστον, ένα αρκετό μέρος της για να εξυπηρετήσει το σκοπό μου. Ο Δράκοντας ξαναγεννήθηκε. Θα ξινίσουν, θα τσακωθούν, αλλά καμία δεν θα μου αντιταχθεί, όταν θα διακηρύξω ότι ο Πύργος πρέπει να καθοδηγήσει αυτό τον άντρα. Τουλάχιστον θα μπορώ να ασχοληθώ μαζί του απροκάλυπτα. Ως επί το πλείστον».
«Κάνουμε το σωστό, Μητέρα;» είπε απότομα η Ληάνε. «Ξέρω... Αν έχει το Καλαντόρ, πρέπει να είναι ο Αναγεννημένος Δράκοντας, αλλά μπορεί να διαβιβάζει, Μητέρα. Ένας άντρας που μπορεί να διαβιβάζει. Τον είδα μόνο μια φορά, αλλά ακόμα και τότε είχε κάτι παράξενο πάνω του. Κάτι παραπάνω από το ότι ήταν τα'βίρεν. Μητέρα, τελικά είναι τόσο διαφορετικός από τον Τάιμ;»
«Η διαφορά είναι ότι αυτός είναι ο Αναγεννημένος Δράκοντας, κόρη μου», είπε ήρεμα η Άμερλιν. «Ο Τάιμ είναι ένας λύκος, ίσως λυσσασμένος. Ο Ραντ αλ'Θόρ είναι το κυνηγόσκυλο που θα χρησιμοποιήσουμε για να νικήσουμε τη Σκιά. Καλύτερα να μην αποκαλύψουμε πολλά πράγματα πριν από την ώρα τους».
«Όπως επιθυμείς, Μητέρα», είπε η Τηρήτρια, αλλά και πάλι φαινόταν αναστατωμένη.
«Πήγαινε τώρα. Θέλω να μαζευτεί η Αίθουσα μέσα σε μία ώρα». Η Σιουάν κοίταξε σκεφτική την άλλη να φεύγει. «Μπορεί να υπάρξουν περισσότερες αντιδράσεις εκεί απ' όσο θα ήθελα», είπε όταν έκλεισε η πόρτα.
Η Μιν την κοίταξε επίμονα. «Δεν εννοείς...»
«Α, τίποτα σοβαρό, παιδί μου. Όχι όσο αγνοούν πόσο καιρό ασχολούμαι με το μικρό αλ'Θόρ». Ξανακοίταξε το χαρτάκι και μετά το έριξε στο τραπέζι. «Μακάρι η Μουαραίν να μου είχε πει περισσότερα».
«Γιατί δεν είπε περισσότερα; Και γιατί δεν είχαμε νέα της πριν απ' αυτό;»
«Όλο ερωτήσεις είσαι. Αυτή εδώ, κάνε τη στη Μουαραίν. Πάντα ακολουθούσε το δικό της δρόμο. Ρώτα τη Μουαραίν, παιδί μου».
Η Σάρα Κόβενρυ τσάπιζε χωρίς προσοχή και σειρά, κοιτώντας μουτρωμένη τα βλαστάρια των κλωστόφυλλων και των χηνοποδιών, που ξεπρόβαλλαν ανάμεσα στις σειρές των λάχανων και των παντζαριών. Όχι πως η κυρά Έλγουωρντ ήταν αυστηρή επιστάτρια —δεν ήταν πιο αυστηρή από τη μητέρα της και σίγουρα ήταν πιο καλόβολη από τη Σέριαμ― αλλά η Σάρα δεν είχε πάει στο Λευκό Πύργο για να καταλήξει σε μια φάρμα να τσαπίζει λαχανικά πριν καλά-καλά βγει ο ήλιος. Το λευκό φόρεμα της μαθητευόμενης ήταν πακεταρισμένο· φορούσε ένα καφέ μάλλινο, που θα μπορούσε να είχε ράψει και η μητέρα της, με τη φούστα δεμένη στα γόνατα για να μη μαζεύει χώμα. Ήταν μεγάλη αδικία. Δεν είχε κάνει τίποτα.
Στριφογύρισε τα γυμνά δάχτυλα των ποδιών της στο σκαμμένο χώμα, αγριοκοίταξε ένα ατίθασο χηνοπόδι και διαβίβασε, για να το κάψει επιτόπου. Σπίθες πετάχτηκαν γύρω από τα φύλλα του βλασταριού κι αυτό μαράθηκε. Το έκοψε βιαστικά και το έδιωξε αμέσως από το μυαλό της. Αν υπήρχε δικαιοσύνη στον κόσμο, ο Άρχοντας Γκάλαντ θα ερχόταν στη φάρμα, έχοντας βγει για να κυνηγήσει.
Έγειρε στην τσάπα και χάθηκε στο ονειροπόλημά της, στο οποίο Θεράπευε τις πληγές του Γκάλαντ, που τις είχε πάθει πέφτοντας από το άλογο —δεν ήταν δικό του το σφάλμα, φυσικά· ήταν υπέροχος αναβάτης― και τότε αυτός τη σήκωνε μπροστά του στη σέλα και δήλωνε ότι θα γινόταν Πρόμαχός της —η Σάρα θα έμπαινε στο Πράσινο Άτζα, φυσικά― και...
«Σάρα Κόβενρυ;»
Η Σάρα αναπήδησε ακούγοντας τη σκληρή φωνή, αλλά δεν ήταν η κυρά Έλγουωρντ. Έκλινε το γόνυ όσο καλύτερα μπορούσε, με τις φούστες μαζεμένες. «Χαίρε την ημέρα, Άες Σεντάι. Ήρθες για να με πάρεις πίσω, στον Πύργο;»
Η Άες Σεντάι την πλησίασε, χωρίς να νοιάζεται που τα φουστάνια της σέρνονταν στο χώμα της πρασιάς. Παρά την καλοκαιριάτικη ζέστη του πρωινού, φορούσε μανδύα και η κουκούλα ήταν ανεβασμένη, κρύβοντας το πρόσωπό της στη σκιά. «Ακριβώς πριν φύγεις από τον Πύργο, οδήγησες μια γυναίκα στην Έδρα της Άμερλιν. Μια γυναίκα που είπε ότι λέγεται Ελμιντρέντα».