Выбрать главу

«Μάλιστα, Άες Σεντάι», είπε η Σάρα με μια απορία στη φωνή. Δεν της άρεσε ο τρόπος που το είχε πει αυτό η Άες Σεντάι, σαν να είχε αφήσει τον Πύργο για τα καλά.

«Πες μου ό,τι άκουσες ή είδες, κορίτσι μου, από τη στιγμή που ανέλαβες την ευθύνη αυτής της γυναίκας. Τα πάντα».

«Μα δεν άκουσα τίποτα, Άες Σεντάι. Η Τηρήτρια με έδιωξε αμέσως μόλις —» Την έσεισε ο πόνος, κάνοντάς τη να χώσει τα δάχτυλα των ποδιών στο χώμα και να κυρτώσει την πλάτη· ο σπασμός κράτησε μόνο μερικές στιγμές, αλλά της φάνηκε αιώνιος. Παλεύοντας να ανασάνει, συνειδητοποίησε ότι το μάγουλό της ήταν ζουλιγμένο στο έδαφος και τα δάχτυλα των χεριών της είχαν σκάψει το χώμα. Δεν θυμόταν να είχε πέσει. Έβλεπε το καλάθι της μπουγάδας της κυράς Έλγουωρντ γερμένο στο πλάι, κοντά στο πέτρινο αγροτόσπιτο, και τα υγρά σεντόνια να έχουν πέσει κάτω, σχηματίζοντας ένα σωρό. Παρ' όλο που ήταν ζαλισμένη, της φάνηκε παράξενο· η Μόρια Έλγουωρντ ποτέ δεν άφηνε τα πλυμένα έτσι χάμω.

«Τα πάντα, κορίτσι μου», είπε ψυχρά η Άες Σεντάι. Τώρα στεκόταν πάνω από τη Σάρα και δεν έκανε καμία κίνηση να τη βοηθήσει. Την είχε πληγώσει· υποτίθεται ότι αυτό δεν έπρεπε να έχει γίνει. «Κάθε άτομο με το οποίο μίλησε αυτή η Ελμιντρέντα, κάθε λέξη που είπε, κάθε νόημα και έκφραση».

«Μίλησε με τον Άρχοντα Γκάγουιν, Άες Σεντάι», κλαψούρισε στο χώμα η Σάρα. «Αυτό είναι το μόνο που ξέρω, Άες Σεντάι. Το μόνο». Έβαλε τα κλάματα, σίγουρη ότι αυτό δεν θα αρκούσε για να ικανοποιήσει αυτή τη γυναίκα. Είχε δίκιο. Δεν σταμάτησε να ουρλιάζει για πολλή ώρα και όταν έφυγε η Άες Σεντάι, δεν ακουγόταν κανένας ήχος γύρω από το αγροτόσπιτο, με εξαίρεση τις κότες. Ούτε καν μια ανάσα.

18

Μέσα Στις Οδούς

Ο Πέριν κούμπωσε το σακάκι του και κοντοστάθηκε κοιτάζοντας το τσεκούρι, που ήταν ακόμα κρεμασμένο προσεκτικά στον τοίχο, όπως το είχε αφήσει από τότε που το είχε ξεκολλήσει από την πόρτα. Δεν του άρεσε η ιδέα ότι θα κουβαλούσε πάλι αυτό το όπλο, όμως έλυσε τη ζώνη από το κρεμαστάρι και τη φόρεσε. Το σφυρί το έδεσε στα σακίδια της σέλας του, που ήταν γεμάτα ως απάνω. Έριξε τα σακίδια και την τυλιγμένη κουβέρτα στον ώμο του και πήρε από τη γωνιά τη γεμάτη φαρέτρα και το χωρίς χορδή, μακρύ τόξο του.

Ο ήλιος που ψήλωνε έχυνε ζέστη και φως μέσα από τα στενά παράθυρα. Το ξεστρωμένο κρεβάτι ήταν η μόνη απόδειξη ότι είχε μείνει κάποιος εκεί. Ήδη το δωμάτιο είχε χάσει την αίσθηση του Πέριν· είχε την οσμή ενός αδειανού δωματίου, παρά τη μυρωδιά του Πέριν στα σεντόνια. Ποτέ δεν έμενε κάπου αρκετό καιρό για να διαρκέσει αυτή η αίσθηση περισσότερο από την ετοιμότητά του να φύγει. Ποτέ δεν έμενε αρκετά για να ριζώσει, να κάνει κάτι σαν σπιτικό. Ε, λοιπόν, τώρα πάω σπίτι μου.

Γύρισε την πλάτη στο ήδη ακατοίκητο δωμάτιο και βγήκε έξω.

Ο Γκαούλ σηκώθηκε αμέσως από κει που καθόταν ανακούρκουδα μπροστά από τον τοίχο, κάτω από ένα υφαντό που έδειχνε καβαλάρηδες να κυνηγούν λιοντάρια. Κουβαλούσε όλα τα όπλα του και δύο δερμάτινες φιάλες για νερό, ενώ στην πλάτη του, πλάι στη θήκη του τόξου του, που ήταν φτιαγμένη από επεξεργασμένο δέρμα, είχε κρεμάσει μια τυλιγμένη κουβέρτα και ένα κατσαρολάκι. Ήταν μόνος του.

«Οι άλλοι;» ρώτησε ο Πέριν και ο Γκαούλ κούνησε το κεφάλι.

«Έμειναν πολύ καιρό μακριά από την Τρίπτυχη Γη. Σε προειδοποίησα γι' αυτό, Πέριν. Οι χώρες σας παραείναι υγρές· ο αέρας είναι σαν να ανασαίνεις νερό. Είναι πολύς ο κόσμος, άνθρωποι ο ένας πάνω στον άλλο. Είδαν περισσότερα παράξενα μέρη απ' όσα ήθελαν».

«Καταλαβαίνω», είπε ο Πέριν, αν και αυτό που καταλάβαινε ήταν ότι τελικά δεν θα υπήρχε διάσωση, δεν θα είχε μια διμοιρία Αελιτών για να διώξει τους Λευκομανδίτες από τους Δύο Ποταμούς. Φυλάκισε μέσα του την απογοήτευση. Ήταν έντονη, αφού είχε αρχίσει να σκέφτεται ότι είχε γλιτώσει από το πεπρωμένο του, όμως δεν μπορούσε να πει ότι δεν είχε προετοιμαστεί και για το αντίθετο ενδεχόμενο. Μην κλαις αν σκιστεί το σίδερο· κάτσε και λιώσε το ξανά. «Είχες πρόβλημα να κάνεις αυτό που σου ζήτησα;»

«Καθόλου. Για κάθε πράγμα που θέλεις, είπα σε ένα διαφορετικό Δακρινό να το πάει στο στάβλο της Πύλης του Δρακοτείχους και να μη μιλήσει σε κανέναν· θα δουν ο ένας τον άλλο εκεί, αλλά θα νομίσουν ότι τα πράγματα είναι για μένα και δεν θα ανοίξουν το στόμα τους. Η Πύλη του Δρακοτείχους. Θαρρείς και η Ραχοκοκαλιά του Κόσμου είναι λίγο πέρα από τον ορίζοντα, κι όχι εκατό λεύγες παραπέρα». Ο Αελίτης δίστασε. «Η κοπέλα και ο Ογκιρανός δεν έκρυψαν τις προετοιμασίες τους, Πέριν. Η κοπέλα ψάχνει να βρει το βάρδο και λέει σ' όλους ότι σκοπεύει να ταξιδέψει στις Οδούς».