Выбрать главу

Ο Πέριν έξυσε το γένι του και άφησε μια βαριά ανάσα, σχεδόν γρύλισμα. «Αν με προδώσει στη Μουρόρα, θα κάνει μια βδομάδα να καθίσει κάτω από τον πόνο».

«Ξέρει καλά να κουμαντάρει τα μαχαίρια», είπε ουδέτερα ο Γκαούλ.

«Αυτό δεν θα της είναι αρκετό, αν με πρόδωσε». Ο Πέριν κοντοστάθηκε. Δεν θα είχε διμοιρία Αελιτών. Η αγχόνη ακόμα τον περίμενε. «Γκαούλ, αν μου συμβεί κάτι, μόλις σου πω, πάρε τη Φάιλε και φύγε. Μπορεί αυτή να μη θέλει, αλλά εσύ πάρ' την. Φρόντισε να φτάσει σώα και ασφαλής μακριά από τους Δύο Ποταμούς. Μου το υπόσχεσαι;»

«Θα κάνω ό,τι μπορώ, Πέριν. Για το χρέος αίματος που σου έχω, θα κάνω ό,τι μπορώ». Ο Γκαούλ φαινόταν να έχει τις αμφιβολίες του, όμως ο Πέριν πίστευε ότι τα μαχαίρια της Φάιλε δεν θα τον εμπόδιζαν.

Ακολούθησαν όσο μπορούσαν μακρινά περάσματα και στενές σκάλες, που είχαν σκοπό την απρόσκοπτη πρόσβαση των υπηρετών. Ο Πέριν σκέφτηκε ότι ήταν κρίμα που οι Δακρινοί δεν είχαν δώσει στους υπηρέτες δικούς τους διαδρόμους. Πάντως είδαν ελάχιστο κόσμο, ακόμα και στους μεγάλους προθάλαμους με τους επίχρυσους φανοστάτες και τα περίτεχνα υφαντά, και πουθενά ευγενείς.

Ο Πέριν σχολίασε την απουσία τους. «Ο Ραντ αλ'Θόρ τους κάλεσε όλους στην Καρδιά της Πέτρας», είπε ο Γκαούλ.

Ο Πέριν απλώς μούγκρισε, αλλά ευχήθηκε να ήταν και η Μουαραίν ανάμεσα σ' αυτούς που είχαν κληθεί. Αναρωτήθηκε αν αυτός ήταν ο τρόπος που είχε βρει ο Ραντ για να τον βοηθήσει να ξεφύγει από τη Μουαραίν. Όποιος κι αν ήταν ο λόγος, χαιρόταν γι' αυτό και θα το εκμεταλλευόταν.

Βγήκαν από την τελευταία στενή σκαλίτσα στο ισόγειο της Πέτρας, όπου σπηλαιώδεις αίθουσες, μεγάλες σαν δρόμοι, οδηγούσαν σ' όλες τις εξωτερικές πύλες. Εδώ δεν υπήρχαν υφαντά. Μαύρες, σιδερένιες λάμπες, κρεμασμένες σε σιδερένια άγκιστρα ψηλά στους τοίχους, φώτιζαν τα δίχως παράθυρα περάσματα, ενώ το έδαφος ήταν με στρωμένο πλατιές, τραχιές πέτρες, που άντεχαν τη μακρόχρονη ταλαιπωρία από τις πεταλωμένες οπλές των αλόγων. Ο Πέριν τάχυνε το βήμα. Οι στάβλοι ήταν ευθεία μπροστά στη μεγάλη σήραγγα, τους έβλεπε, και η καθαυτή Πύλη του Δρακοτείχους στεκόταν ανοιχτή πιο πέρα, μόνο με μια χούφτα Υπερασπιστές να τη φρουρούν. Η Μουαραίν τώρα δεν θα τους σταματούσε, ακόμα κι αν είχε την τύχη του Σκοτεινού.

Η ανοιχτή είσοδος του στάβλου ήταν μια αψίδα πλάτους δεκαπέντε βημάτων. Ο Πέριν μπήκε μέσα και σταμάτησε αμέσως.

Ο αέρας ήταν βαρύς από την οσμή του άχυρου και του σανού, που πίσω της κρύβονταν οι μυρωδιές από κριθάρι και βρώμη, πετσί και κοπριές αλόγων. Στους τοίχους είδε χωρίσματα με θαυμάσια Δακρινά άλογα, που ήταν φημισμένα παντού, ενώ υπήρχαν κι άλλα χωρίσματα στη μέση του μεγάλου χώρου. Δεκάδες ιπποκόμοι δούλευαν εκεί, ξύστριζαν και βούρτσιζαν, μάζευαν τις ακαθαρσίες, διόρθωναν ιπποσκευές. Δίχως να σταματούν τη δουλειά, πού και πού κάποιοι σήκωναν το βλέμμα να κοιτάξουν τη Φάιλε και τον Λόιαλ που στέκονταν εκεί, φορώντας τις αρβύλες τους κι έτοιμοι για ταξίδι. Και παραδίπλα τους ήταν η Μπάιν και η Τσιάντ, εφοδιασμένες με πράγματα παρόμοια με του Γκαούλ, με όπλα και κουβέρτες, δερμάτινες φιάλες με νερό και κατσαρολάκια.

«Εξαιτίας τους είπες απλώς ότι θα προσπαθήσεις;» ρώτησε χαμηλόφωνα ο Πέριν.

Ο Γκαούλ σήκωσε τους ώμους. «Θα κάνω ό,τι μπορώ, αλλά αυτές θα πάρουν το μέρος της. Η Τσιάντ είναι Γκόσιεν».

«Παίζει ρόλο η φατρία της;»

«Η φατρία της και η δική μου έχουν βεντέτα αίματος, Πέριν, κι εγώ δεν είμαι δοραταδελφή της. Ίσως, όμως, τη συγκρατήσουν οι όρκοι ύδατος. Δεν θα χορέψω τα δόρατα μαζί της, αν δεν μου το προτείνει».

Ο Πέριν κούνησε το κεφάλι. Παράξενος λαός. Τι ήταν οι όρκοι ύδατος; «Γιατί είναι μαζί της;» είπε απλώς.

«Η Μπάιν λέει ότι επιθυμούν να δουν κι άλλα μέρη σας, αλλά εγώ νομίζω ότι τις έχει μαγέψει ο καβγάς σου με τη Φάιλε. Τη συμπαθούν, κι όταν έμαθαν για το ταξίδι, αποφάσισαν να έρθουν μαζί της κι όχι μαζί σου».

«Αρκεί να μην την αφήσουν να μπλέξει». Ξαφνιάστηκε όταν ο Γκαούλ έγειρε το κεφάλι πίσω και γέλασε. Τον έκανε να ξύσει το γένι του ανήσυχος.

Ο Λόιαλ τους πλησίασε, με τα μακριά φρύδια του να γέρνουν με αγωνία. Οι τσέπες του σακακιού του είχαν φουσκώσει, όπως συνέβαινε συνήθως όταν ταξίδευε, όπου προεξείχαν οι μύτες των βιβλίων του. Τουλάχιστον φαινόταν να μην κουτσαίνει τόσο πολύ. «Η Φάιλε ανυπομονεί, Πέριν. Νομίζω ότι ανά πάσα στιγμή θα πει να φύγουμε. Βιάσου σε παρακαλώ. Δεν θα βρεις ούτε την Πύλη χωρίς εμένα. Όχι ότι θα έπρεπε να προσπαθήσεις. Εσείς οι άνθρωποι με βάζετε σε τέτοια φούρια, που δεν μπορώ να βρω ούτε το κεφάλι μου. Βιάσου σε παρακαλώ».