«Δεν θα τον αφήσω», φώναξε η Φάιλε από πέρα. «Ακόμα κι αν είναι τόσο πεισματάρης και βλάκας ώστε να μη ζητάει μια απλή χάρη. Αφού είναι έτσι, ας με ακολουθεί σαν χαμένο κουταβάκι. Υπόσχομαι να του ξύνω τα αφτιά και να το περιποιούμαι». Οι Αελίτισσες διπλώθηκαν στα δύο από τα γέλια.
Ο Γκαούλ πετάχτηκε ξαφνικά στον αέρα και έριξε μια κλωτσιά δύο βήματα πιο ψηλά από το έδαφος, στριφογυρνώντας ένα δόρυ του. «Θα ακολουθήσουμε σαν αγριόγατες που παραμονεύουν», φώναξε, «σαν λύκοι που κυνηγούν». Έπεσε κάτω ανάλαφρα, άνετα. Ο Λόιαλ τον κοίταξε κατάπληκτος.
Η Μπάιν, αντίθετα, χτένισε τεμπέλικα τα κοντά, πυρόξανθα μαλλιά της με τα δάχτυλα. «Έχω ένα καλοδουλεμένο λυκοτόμαρο στο κρεβάτι μου στο φρούριο», είπε στην Τσιάντ με φωνή που έδειχνε πλήξη. «Εύκολα σκοτώνονται οι λύκοι».
Ένα γρύλισμα ήχησε στο λαρύγγι του Πέριν, τραβώντας τα βλέμματα των δύο γυναικών πάνω του. Για μια στιγμή η Μπάιν φάνηκε έτοιμη να πει κάτι, όμως κοίταξε συνοφρυωμένη το κίτρινο βλέμμα του και δεν άνοιξε το στόμα της ― όχι από φόβο, αλλά επειδή έγινε ξαφνικά επιφυλακτική.
«Αυτό το κουταβάκι ακόμα δεν μερώθηκε», ομολόγησε η Φάιλε στις Αελίτισσες.
Ο Πέριν αρνήθηκε να την κοιτάξει, Αντίθετα, πήγε στο χώρισμα που είχε τον καφεγκρίζο επιβήτορά του, τον Γοργοπόδη, που έφτανε στο ύψος τα Δακρινά άτια, αλλά ήταν βαρύτερος στους ώμους και τα καπούλια. Έδιωξε μ' ένα νόημα τον ιπποκόμο που έκανε να πλησιάσει, έβαλε το χαλινάρι στο άλογο και το οδήγησε έξω ο ίδιος. Οι ιπποκόμοι, βέβαια, έβγαζαν το άλογο για να τροχάσει, όμως ο Γοργοπόδης ήταν αρκετό καιρό περιορισμένος και τώρα απολάμβανε ίο γοργό βηματισμό του, απ' όπου του είχε δώσει το όνομά του ο Πέριν. Ο Πέριν τον καθησύχασε με την αυτοπεποίθηση κάποιου που έχει πεταλώσει πολλά άλογα. Δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να του βάλει τη σέλα με το ψηλό μπροστάρι και να δέσει πίσω της τα σακίδια και την κουβέρτα του.
Ο Γκαούλ τον κοίταζε ανέκφραστος. Δεν θα καβαλούσε άλογο αν δεν ήταν ανάγκη και μόνο όσο θα ήταν εντελώς απαραίτητο. Κανένας Αελίτης δεν θα ίππευε. Ο Πέριν δεν καταλάβαινε γιατί. Ίσως λόγω της περηφάνιας που ένιωθαν για την ικανότητά τους να τρέχουν μεγάλες αποστάσεις. Οι Αελίτες το έλεγαν με έναν τρόπο που υπονοούσε ότι υπήρχε κάτι περισσότερο, αλλά υποψιαζόταν ότι κανένας δεν θα του το εξηγούσε.
Έπρεπε να ετοιμάσουν βέβαια και το άλογο φόρτου, όμως αυτό έγινε εύκολα, αφού ό,τι είχε ζητήσει ο Γκαούλ βρισκόταν εκεί, σε μια τακτική στοίβα. Τρόφιμα και φλασκιά. Βρώμη και κριθάρι για τα άλογα. Τίποτα απ' αυτά δεν θα υπήρχε στις Οδούς. Μερικά άλλα πράγματα, όπως πέδικλο, κάποια φάρμακα για τα άλογα για ώρα ανάγκης, εφεδρικά κουτιά με ίσκα και τσακμακόπετρα και άλλα τέτοια, βρίσκονταν επίσης εκεί.
Τον περισσότερο χώρο στα καλαμοκάλαθα τον καταλάμβαναν οι δερμάτινες φιάλες, σαν εκείνες που είχαν για νερό οι Αελίτες, αλλά πιο μεγάλες, γεμάτες λάδι λάμπας. Έδεσαν και τα φανάρια με τα μακριά κοντάρια τους πάνω στα υπόλοιπα πράγματα και αυτό ήταν.
Ο Πέριν έχωσε το δίχως χορδή τόξο του στο λουρί της σέλας και καβάλησε τον Γοργοπόδη, κρατώντας το χαλινάρι του αλόγου φόρτου. Μετά στάθηκε και περίμενε, ενώ μέσα του έβραζε.
Ο Λόιαλ είχε ήδη ιππεύσει, ήταν πάνω σ' ένα πελώριο, δασύτριχο άλογο, που ξεπερνούσε αρκετές παλάμες στο ύψος τα υπόλοιπα άλογα του στάβλου· τα μακριά πόδια του Ογκιρανού, όμως, που κρέμονταν ως κάτω, το έκαναν να μοιάζει με πόνυ. Κάποτε ο Ογκιρανός ήταν απρόθυμος αναβάτης, σαν τους Αελίτες, αλλά τώρα πάνω στο άλογο ένιωθε σαν στο σπίτι του. Αυτή που πήγαινε με το πάσο της ήταν η Φάιλε, που εξέταζε το άτι της σχεδόν σαν να μην είχε ξαναδεί τη φοράδα με το γυαλιστερό, μαύρο τρίχωμα, αν και ο Πέριν ήξερε ότι είχε βγάλει το άλογο να περπατήσει πριν το αγοράσει, λίγο μετά την άφιξη τους στην Πέτρα. Το άλογο, που λεγόταν Σουώλοου, ήταν ένα έξοχο ζώο, Δακρινό στην καταγωγή του, με λεπτούς αστραγάλους, κυρτό σβέρκο και ανάλαφρο βήμα, που φαινόταν να έχει αντοχή αλλά και ταχύτητα, αν και κατά τη γνώμη του Πέριν τα πέταλά του παραήταν λεπτά. Τέτοια πέταλα δεν θα άντεχαν. Αυτή ήταν άλλη μια προσπάθεια της Φάιλε να τον βάλει στη θέση του, όποια κι αν πίστευε ότι ήταν αυτή η θέση.
Όταν τέλος ίππευσε και η Φάιλε, φορώντας τις στενές φούστες της, που είχαν ένα σχίσιμο για να μπορεί να ανεβαίνει στο άλογο, και πλησίασε τον Πέριν. Ίππευε καλά, άνθρωπος και άλογο κινούνταν σαν να ήταν ένα. «Γιατί δεν μπορείς να το ζητήσεις, Πέριν;» είπε χαμηλόφωνα. «Προσπάθησες να με διώξεις από κει που πρέπει να είμαι, τώρα λοιπόν πρέπει να το ζητήσεις. Πόσο δύσκολο είναι αυτό το απλό πραγματάκι;»
Η Πέτρα κουδούνισε σαν τερατώδης καμπάνα, το δάπεδο του στάβλου τινάχτηκε και το ταβάνι τρεμούλιασε, σαν έτοιμο να γκρεμιστεί. Κι ο Γοργοπόδης τινάχτηκε χλιμιντρίζοντας, με το κεφάλι του να πετιέται πέρα-δώθε· ο Πέριν με δυσκολία κρατήθηκε στη σέλα. Οι ιπποκόμοι σηκώθηκαν από το πάτωμα όπου είχαν πέσει και έτρεξαν απεγνωσμένα να καταπραΰνουν τα άλογα, που ορθώνονταν, χλιμίντριζαν και προσπαθούσαν να βγουν από τα χωρίσματά τους. Ο Λόιαλ πιάστηκε από το λαιμό του πελώριου αλόγου του, όμως η Φάιλε καθόταν με σιγουριά στη Σουώλοου, καθώς η φοράδα χόρευε και έσκουζε τρελά.