Ο Ραντ. Ο Πέριν ήξερε ότι ήταν εκείνος. Ο τα'βίρεν τον έλκυε, δύο στρόβιλοι σε ένα ποτάμι, που ο ένας τραβούσε τον άλλο. Βήχοντας στη σκόνη που έπεφτε, κούνησε το κεφάλι όσο πιο δυνατά μπορούσε, παλεύοντας μέσα του ώστε να μην ξεπεζέψει και γυρίσει τρέχοντας στην Πέτρα. «Φεύγουμε!» φώναξε ενώ ακόμα οι δονήσεις έσειαν ίο φρούριο. «Φεύγουμε τώρα, Λόιαλ! Τώρα!»
Η Φάιλε δεν έβλεπε άλλο λόγο να καθυστερήσουν· κλώτσησε ι η φοράδα της με τις φτέρνες για ξεκινήσει και να φύγει από το στάβλο, πλάι στο ψηλό άλογο του Λόιαλ, τραβώντας μαζί και τα δύο άλογα φόρτου. Τα άλογά τους άρχισαν να καλπάζουν πριν φτάσουν την Πύλη του Δρακοτείχους. Οι Υπερασπιστές τους έριξαν μια ματιά και σκόρπισαν, μερικοί ακόμα πεσμένοι στα τέσσερα· το καθήκον τους ήταν να κρατούν τον κόσμο έξω από την Πέτρα και δεν είχαν διαταγές να τους κρατήσουν αυτούς μέσα. Όχι ότι θα είχαν τη διαύγεια πνεύματος να υπακούσουν σε τέτοιες διαταγές, με τις δονήσεις να καταλαγιάζουν και την Πέτρα να βογκά από πάνω τους.
Ο Πέριν ήταν ακριβώς από πίσω, με το δικό του άλογο φόρτου· ευχόταν να μπορούσε το ζώο του Ογκιρανού να τρέξει πιο γρήγορα, ευχόταν να μπορούσε να αφήσει το αργό άτι του Λόιαλ πίσω του και να τρέξει πιο γρήγορα από αυτό που τον ρουφούσε πίσω, την έλξη ενός τα'βίρεν προς έναν άλλο τα'βίρεν. Κάλπασαν μαζί στους δρόμους του Δακρύου, προς τον ήλιο που ανέτελλε, και μόλις που έκοβαν ταχύτητα για να αποφύγουν κάρα και άμαξες. Άντρες με στενά σακάκια και γυναίκες με ντραπέ ποδιές, ακόμα κλονισμένοι από την αναταραχή, τους κοίταζαν ζαλισμένοι και μερικές φορές μόλις που πρόφταιναν να κάνουν στην άκρη.
Στα τείχη της εσωτερικής πόλης το πλακόστρωτο έδωσε τη θέση του στο χώμα, ενώ τα παπούτσια και τα σακάκια τα διαδέχθηκαν ξυπόλητα πόδια με γυμνά στέρνα και κοντά, φαρδιά παντελόνια, κρατημένα με μεγάλες, υφασμάτινες ζώνες. Κι εδώ ο κόσμος τους απέφευγε με την ίδια ζέση· ο Πέριν δεν άφησε τον Γοργοπόδη να κόψει ταχύτητα πριν περάσουν το εξωτερικό τείχος της πόλης και βρεθούν πέρα από τα απλά, πέτρινα σπιτάκια και τα μαγαζιά που στριμώχνονταν έξω από την πόλη, σε μια εξοχική περιοχή με σκόρπιες φάρμες και αλσύλλια, μακριά από την έλξη του τα'βίρεν. Μόνο τότε, σχεδόν εξίσου λαχανιασμένος με το ιδρωμένο άλογό του, τράβηξε τα γκέμια του Γοργοπόδη για να συνεχίσει με ήρεμο βήμα.
Τα αφτιά του Λόιαλ ήταν τσιτωμένα από την ένταση. Η Φάιλε έγλειψε τα χείλη και κοίταζε μια τον Ογκιρανό και μια τον Πέριν, άσπρη σαν χαρτί. «Τι έγινε; Ήταν... εκείνος;»
«Δεν ξέρω», είπε ψέματα ο Πέριν. Πρέπει να φύγω, Ραντ. Το ξέρεις. Με κοίταξες κατάματα όταν σον το ανακοίνωσα και είπες ότι έπρεπε να κάνω αυτό που νόμιζα σωστό.
«Πού είναι η Μπάιν και η Τσιάντ;» είπε η Φάιλε. «Θα κάνουν μια ώρα για να μας προφτάσουν. Μακάρι να ίππευαν. Προσφέρθηκα να τους αγοράσω άλογα και με κοίταξαν θιγμένες. Τέλος πάντων, ούτως ή άλλως θα πρέπει να κατεβούμε από τα άλογα και να περπατήσουμε, για να ξεκουραστούν ύστερα απ' αυτό».
Ο Πέριν απέφυγε να της πει ότι ήξερε λιγότερα απ' όσα νόμιζε για τους Αελίτες. Έβλεπε τα τείχη της πόλης πίσω τους και την Πέτρα να ορθώνεται σαν βουνό. Διέκρινε ακόμα και τη φιδίσια μορφή στη σημαία που ανέμιζε πάνω από το φρούριο, καθώς και τα ξεσηκωμένα πουλιά, που πετούσαν τριγύρω· οι άλλοι δεν μπορούσαν να τα διακρίνουν. Δεν δυσκολεύτηκε να δει τρεις ανθρώπους να τρέχουν προς το μέρος τους με μεγάλες δρασκελιές, που κατάπιναν την απόσταση, με μια άνεση που δεν μαρτυρούσε πόσο γρήγορα πήγαιναν. Του φαινόταν ότι ο ίδιος δεν θα μπορούσε να τρέξει με τέτοια ταχύτητα για τόση ώρα, καθώς οι Αελίτες σίγουρα είχαν διατηρήσει αυτό το ρυθμό από την Πέτρα, για να είναι τόσο κοντά τώρα.
«Δεν θα περιμένουμε πολύ», είπε.
Η Φάιλε κοίταξε την πόλη σμίγοντας τα φρύδια. «Αυτοί είναι; Είσαι βέβαιος;» Ξαφνικά, το συνοφρυωμένο βλέμμα της στράφηκε πάνω του για μια στιγμή, προκαλώντας τον να απαντήσει. Φυσικά, το γεγονός ότι η Φάιλε τον είχε ρωτήσει ήταν ενός είδους παραδοχή ότι ο Πέριν αποτελούσε μέρος της ομάδας τους. «Όλο κομπάζει για τα μάτια του», είπε στον Λόιαλ, «όμως η μνήμη του δεν είναι πολύ καλή. Είναι φορές που νομίζω ότι θα ξεχνούσε να ανάψει κερί τη νύχτα, αν δεν του το θύμιζα. Μου φαίνεται ότι είναι κάποια φτωχή οικογένεια και τρέχουν να ξεφύγουν από το σεισμό που νομίζουν ότι έγινε».