Выбрать главу

Ο Λόιαλ σάλεψε αμήχανα στη σέλα του, αναστέναξε βαριά και μουρμούρισε κάτι για τους ανθρώπους, το οποίο ο Πέριν αμφέβαλε αν ήταν κολακευτικό. Η Φάιλε φυσικά δεν το πήρε χαμπάρι.

Λίγα λεπτά αργότερα, η Φάιλε στύλωσε το βλέμμα στον Πέριν, καθώς οι τρεις Αελίτες είχαν πλησιάσει αρκετά για να τους διακρίνει, αλλά δεν του είπε τίποτα. Με τη διάθεση που είχε, δεν θα της ερχόταν να παραδεχτεί ότι ο Πέριν είχε δίκιο για οτιδήποτε, ακόμα κι αν έλεγε ότι ο ουρανός ήταν γαλανός. Οι Αελίτες ούτε που βαριανάσαιναν όταν έφτασαν στα άλογα και σταμάτησαν να τρέχουν.

«Κρίμα που δεν ήταν μεγαλύτερη η διαδρομή». Η Μπάιν χαμογέλασε στην Τσιάντ, η οποία τη μιμήθηκε, και μαζί κοίταξαν πονηρά τον Γκαούλ.

«Αλλιώς αυτό το Πέτρινο Σκυλί θα έτρωγε τη σκόνη μας», είπε η Τσιάντ σαν να ολοκλήρωνε τη φράση της άλλης. «Να γιατί τα Πέτρινα Σκυλιά δίνουν όρκο να μην υποχωρήσουν ποτέ. Με τα πέτρινα κόκαλα και τα ξεροκέφαλά τους, είναι τόσο βαριοί που δεν μπορούν να τρέξουν».

Ο Γκαούλ δεν προσβλήθηκε, παρ' όλο που, όπως πρόσεξε ο Πέριν, στάθηκε σε σημείο που να μπορεί να έχει το νου του στην Τσιάντ. «Πέριν, ξέρεις γιατί οι Κόρες χρησιμοποιούνται τόσο συχνά ως ανιχνευτές; Επειδή άμα αρχίσουν να τρέχουν, δεν σταματάνε. Κι αυτό επειδή φοβούνται μήπως κάποιος άντρας θελήσει να τις παντρευτεί. Μια Κόρη μπορεί να τρέξει εκατό μίλια για να το αποφύγει».

«Πολύ σοφό εκ μέρους τους», είπε σαρκαστικά η Φάιλε. «Θέλετε να ξεκουραστείτε;» ρώτησε τις Αελίτισσες και έδειξε να ξαφνιάζεται όταν το αρνήθηκαν. Στράφηκε στον Λόιαλ. «Είσαι έτοιμος να συνεχίσεις; Ωραία. Βρες μου αυτή την Πύλη, Λόιαλ. Σαν να μείναμε πολύ καιρό εδώ. Αν αφήσεις ένα αδέσποτο κουταβάκι να σε πλησιάσει, κάποια στιγμή θα αρχίσει να πιστεύει ότι θα το φροντίζεις για πάντα, κι αυτό δεν είναι σωστό».

«Φάιλε», διαμαρτυρήθηκε ο Λόιαλ, «μήπως το παρατραβάς;» «Θα το τραβήξω όσο χρειαστεί, Λόιαλ. Η Πύλη;» Ενώ τα αφτιά του έπεφταν, ο Λόιαλ άφησε ένα βαθύ αναστεναγμό και έστριψε πάλι το άλογό του προς τα ανατολικά. Ο Πέριν άφησε τον Ογκιρανό και τη Φάιλε να περάσουν καμιά δεκαριά βήματα μπροστά, πριν τους ακολουθήσει με τον Γκαούλ. Έπρεπε να παίξει με τους κανόνες της, αλλά θα αποδεικνυόταν μάστορας στο παιχνίδι της.

Τα αγροκτήματα, μικρά, στενά μέρη με πρόχειρα πέτρινα σπιτάκια, που κατά τη γνώμη του Λόιαλ δεν έκαναν ούτε για ζώα, αραίωναν όσο προχωρούσαν προς τα ανατολικά και τα αλσύλλια μίκραιναν, ώσπου στο τέλος δεν υπήρχαν ούτε αγροκτήματα, ούτε αλσύλλια, μόνο λιβάδια σε απλωτές, χαμηλές λοφοπλαγιές. Υπήρχε χορτάρι ως εκεί που έφτανε το βλέμμα, αδιατάρακτο, με εξαίρεση μερικούς θάμνους σε λόφους εδώ κι εκεί.

Στις πράσινες πλαγίες υπήρχαν επίσης άλογα, που σχημάτιζαν κοπάδια ανά περίπου δώδεκα ή αγέλες κατά εκατοντάδες. Είτε μεγάλη είτε μικρή, κάθε ομάδα αλόγων επέβλεπαν ένα-δυο ξυπόλητα αγόρια, που καβαλούσαν άλογα δίχως σέλα. Τα αγόρια κρατούσαν μαστίγια με μακριές λαβές, που τα χρησιμοποιούσαν για να κρατάνε τα άλογα κοντά ή για να τα κάνουν να στρίψουν, ενώ πλατάγιζαν έμπειρο το μαστίγιο για να προλάβουν κάποιο άλογο που είχε ξεστρατίσει, χωρίς καν να αγγίξουν το ζώο. Δεν άφηναν τα κοπάδια τους να πλησιάσουν τους ξένους και αν χρειαζόταν τα μάζευαν πιο πίσω, αλλά χάζευαν το πέρασμα αυτής της αλλόκοτης παρέας —δύο άνθρωποι κι ένας Ογκιρανός, έφιπποι, συν τρεις άγριοι Αελίτες, που οι φήμες έλεγαν ότι θα πάρουν την Πέτρα― με την τολμηρή περιέργεια των μικρών.

Για τον Πέριν το θέαμα δεν έπαυε να είναι ευχάριστο. Του άρεσαν τα άλογα. Ένας από τους λόγους που είχε ζητήσει να μαθητεύσει στον αφέντη Λούχαν ήταν ότι θα είχε την ευκαιρία να δουλεύει με άλογα ― όχι βέβαια πως υπήρχαν τόσο πολλά και τόσο ωραία άλογα στο Πεδίο του Έμοντ.

Για τον Λόιαλ δεν ήταν έτσι. Ο Ογκιρανός άρχισε να μουρμουρίζει μόνος του, ολοένα και πιο δυνατά όσο προχωρούσαν στους χλοερούς λόφους, ώσπου στο τέλος ξέσπασε με ένα βαθύ, μπάσο μπουμπουνητό. «Χάθηκαν! Όλα χάθηκαν, και γιατί παρακαλώ; Για το χορτάρι. Κάποτε εδώ ήταν ένα Ογκιρανικό άλσος. Δεν κάναμε σπουδαίο έργο εδώ, τίποτα που να συγκρίνεται με τη Μανέθερεν ή την πόλη που αποκαλείτε Κάεμλυν, όμως κάναμε αρκετά και στο τέλος φτιάξαμε και το άλσος. Δέντρα κάθε λογής, από κάθε χώρα και μέρος. Τα Μεγάλα Δέντρα, που υψώνονταν εκατό απλωσιές στον ουρανό. Όλα τα φροντίζαμε ευλαβικά, ώστε να θυμίζουν στους δικούς μου το στέντιγκ που είχαν εγκαταλείψει για να φτιάξουν πράγματα για τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι νομίζουν ότι πάνω απ' όλα προτιμάμε να δουλεύουμε την πέτρα, όμως αυτό είναι ασήμαντο, κάτι που μάθαμε στη Μακρά Εξορία, μετά το Τσάκισμα. Αυτό που αγαπάμε είναι τα δέντρα. Οι άνθρωποι νόμιζαν ότι η Μανέθερεν είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα του λαού μου, εμείς όμως ξέραμε ότι ήταν το άλσος εκεί. Έχει χαθεί πια. Όπως κι αυτό. Χάθηκε και δεν θα ξαναφανεί».