Ο Λόιαλ ατένιζε τους λόφους, που ήταν ολόγυμνοι, εκτός από το χορτάρι και τα άλογα, με πρόσωπο που είχε σκληρύνει, με τα αφτιά κολλημένα πίσω στο κεφάλι του. Μύριζε.. οργή. Ειρηνικοί, έτσι έλεγαν τα περισσότερα παραμύθια για τους Ογκιρανούς, σχεδόν εξίσου φιλήσυχοι με τους Ταξιδιώτες, αλλά μερικά, κάποια λίγα, έλεγαν ότι ήταν αδυσώπητοι εχθροί. Ο Πέριν μόνο άλλη μια φορά είχε δει τον Λόιαλ θυμωμένο. Ίσως να ήταν θυμωμένος και χθες το βράδυ, ενώ υπερασπιζόταν τα παιδιά. Όταν κοίταξε το πρόσωπο του Λόιαλ, του ξανάρθε στο νου ένα παλιό ρητό. «Να θυμώσεις έναν Ογκιρανό και να σκεπαστείς με βουνά». Όλοι θεωρούσαν ότι σήμαινε να κάνεις το ακατόρθωτο. Ο Πέριν σκέφτηκε ότι ίσως το νόημα να είχε αλλάξει με τα χρόνια. Ίσως στην αρχή να σήμαινε «αν θυμώσεις Ογκιρανό, θα σε σκεπάσει με βουνά». Δύσκολα το έκανε κανείς, αλλά ήταν θανάσιμο αν το κατάφερνε. Σκέφτηκε ότι δεν θα ήθελε κάτι τέτοιο, τον Λόιαλ —τον ευγενικό, αδέξιο Λόιαλ με την πλατιά του μύτη πάντα χωμένη σ' ένα βιβλίο― να θυμώσει μαζί του.
Ο Λόιαλ μπήκε επικεφαλής όταν έφτασαν στην περιοχή του εξαφανισμένου Ογκιρανικού άλσους και πήραν πορεία λίγο νοτιότερη. Δεν υπήρχαν χαρακτηριστικά σημεία στο έδαφος, όμως ήταν σίγουρος για την κατεύθυνση που ακολουθούσε, ολοένα και πιο σίγουρος με κάθε βήμα των αλόγων. Οι Ογκιρανοί ένιωθαν τις Πύλες, τις αισθάνονταν με κάποιον τρόπο, τις έβρισκαν με τη σιγουριά που η μέλισσα βρίσκει την κυψέλη. Όταν τελικά ο Λόιαλ αφίππευσε, το χορτάρι του έφτανε το πολύ ως τα γόνατα. Μόνο μια συστάδα θάμνων φαινόταν εκεί, ψηλότερη από το συνηθισμένο, με πολύφυλλους θάμνους που ήταν ψηλοί όσο κι ο Ογκιρανός. Τους ξερίζωσε σχεδόν ολόκληρους, αν κι έδειχνε να λυπάται, και τους στοίβαξε παραδίπλα. «Όταν ξεραθούν, ίσως τα αγόρια με τα άλογα τους χρησιμοποιήσουν για τη φωτιά».
Και η Πύλη ήταν εκεί.
Ξεπρόβαλλε από την πλαγιά του λόφου κι έμοιαζε πιο πολύ με τμήμα κάποιου γκρίζου τείχους παρά με πύλη, και μάλιστα τείχους παλατιού, με σκαλισμένα πάνω φύλλα και κληματσίδες που ήταν τόσο λεπτοδουλεμένα, ώστε έμοιαζαν ζωντανά όσο και οι θάμνοι. Είχε τουλάχιστον τρεις χιλιάδες χρόνια που έστεκε εκεί, όμως δεν υπήρχε το παραμικρό ίχνος φθοράς από τον καιρό στην επιφάνειά της. Τα φύλλα της έμοιαζαν έτοιμα να κυματίσουν όταν έπνεε η αύρα.
Για λίγο στάθηκαν να την κοιτάζουν βουβοί, ώσπου ο Λόιαλ πήρε μια βαθιά ανάσα και ακούμπησε το χέρι του σε ένα φύλλο που ήταν διαφορετικό από τα άλλα στην Πύλη: το τρίλοβο φύλλο του Αβεντεσόρα, του μυθικού Δέντρου της Ζωής. Μέχρι τη στιγμή που το πελώριο χέρι του άγγιξε το φύλλο, αυτό φαινόταν τμήμα των σκαλισμάτων, σαν όλα τα άλλα, όμως βγήκε με ευκολία.
Η Φάιλε άφησε μια δυνατή, κοφτή κραυγή, ενώ ακόμα και οι Αελίτες μουρμούρισαν κάτι. Ο αέρας μύριζε ταραχή· δεν διακρινόταν από ποιον προερχόταν. Ίσως απ' όλους.
Τα πέτρινα φύλλα τώρα φάνηκαν να σαλεύουν σε μια αύρα την οποία δεν ένιωθε κανείς τους· πήραν μια πράσινη απόχρωση, πήραν ζωή. Σιγά-σιγά φάνηκε μια κάθετη χαραμάδα στο κέντρο και τα δύο μισά της Πύλης άνοιξαν, αποκαλύπτοντας όχι το λόφο πίσω, αλλά ένα μουντό φεγγοβόλημα, που καθρέφτιζε αχνά τις εικόνες τους.
«Κάποτε, έτσι λένε», μουρμούρισε ο Λόιαλ, «οι Πύλες άστραφταν σαν καθρέφτες και εκείνοι που έπαιρναν τις Οδούς περπατούσαν κάτω από τον ήλιο και τον ουρανό. Χάθηκαν αυτά τώρα. Σαν το άλσος».
Ο Πέριν έβγαλε βιαστικά ένα φανάρι με το κοντάρι του από το άλογο φόρτου και το άναψε. «Έχει πολλή ζέστη εδώ», είπε. «Λίγη σκιά θα μας κάνει καλό». Ξεκίνησε με τον Γοργοπόδη προς την Πύλη. Του φάνηκε ότι άκουσε τη Φάιλε να αφήνει πάλι μια κοφτή κραυγή.
Ο καφεγκρίζος επιβήτορας κοντοστάθηκε καθώς πλησίαζε τη θαμπή του αντανάκλαση, όμως ο Πέριν τον σκούντηξε με τις φτέρνες. Αργά, θυμήθηκε ξαφνικά. Έπρεπε να πάει αργά. Η μύτη του αλόγου άγγιξε διστακτικά το είδωλό του κι έπειτα έγινε ένα μ' αυτό, σαν να έμπαινε σε καθρέφτη. Ο Πέριν πλησίασε κι ο ίδιος τον εαυτό του, άγγιξε... Ένα παγερό κρύο γλίστρησε στην επιδερμίδα του, τον τύλιξε τρίχα-τρίχα· ο χρόνος διαστάλθηκε.
Η παγωνιά χάθηκε σαν σαπουνόφουσκα που την είχες τρυπήσει και ο Πέριν βρέθηκε σε μια ατέλειωτη μαυρίλα, ενώ η λάμπα στο κοντάρι έριχνε μια θολή λιμνούλα φωτός γύρω του. Ο Γοργοπόδης και το άλογο φόρτου χρεμέτισαν νευρικά.
Ο Γκαούλ πέρασε ήρεμα και άρχισε να ετοιμάζει άλλο ένα φανάρι. Πίσω του είχε κάτι που έμοιαζε με φύλλο από καπνισμένο γυαλί. Τώρα φαίνονταν και οι άλλοι εκεί έξω, ο Λόιαλ που ξανανέβαινε στο άλογό του, η Φάιλε που έπιανε τα χαλινάρια, κι όλοι σέρνονταν, μόλις που προχωρούσαν. Ο χρόνος ήταν αλλιώτικος μέσα στις Οδούς.