Выбрать главу

«Η Φάιλε έχει αναστατωθεί μαζί σου», είπε ο Γκαούλ όταν άναψε το φανάρι. Ο φωτισμός που πρόσθετε ήταν ελάχιστος. Το σκοτάδι έτρωγε όλο το φως, το κατάπινε. «Απ' ό,τι φαίνεται, πιστεύει ότι αθέτησες κάποια συμφωνία. Η Μπάιν και η Τσιάντ... Μην τις αφήσεις να σε ξεμοναχιάσουν. Σκοπεύουν να σου δώσουν ένα μάθημα για χατίρι της Φάιλε και αν εκτελέσουν το σχέδιό τους, μετά δύσκολα θα κάθεσαι στη σέλα».

«Δεν συμφώνησα σε τίποτα, Γκαούλ. Κάνω ό,τι με αναγκάζει αυτή να κάνω με τα τεχνάσματά της. Σε λίγο θα αναγκαστούμε να ακολουθούμε από πίσω τον Λόιαλ, κατά πώς το θέλει η Φάιλε, όμως σκοπεύω να αναλάβω την αρχηγία για όσο μπορέσω». Έδειξε μια χοντρή, λευκή γραμμή κάτω από τις οπλές του Γοργοπόδη. Ήταν σπασμένη, γεμάτη ψιλές λακκουβίτσες, οδηγούσε μπροστά και εξαφανιζόταν στο σκοτάδι λίγα μόνο μέτρα πιο μπροστά. «Οδηγεί στην πρώτη πινακίδα. Εκεί θα πρέπει να περιμένουμε τον Λόιαλ για να τη διαβάσει και να αποφασίσει ποια γέφυρα θα πάρει. Η Φάιλε μπορεί να μας ακολουθήσει ως εκεί».

«Γέφυρα», μουρμούρισε σκεφτικά ο Γκαούλ. «Την ξέρω αυτή τη λέξη. Υπάρχει νερό εκεί;»

«Όχι. Δεν είναι τέτοιου είδους γέφυρα. Μοιάζει με τις άλλες, περίπου, αλλά... Ίσως μπορέσει να το εξηγήσει ο Λόιαλ».

Ο Αελίτης έξυσε το κεφάλι. «Ξέρεις τι κάνεις, Πέριν;»

«Όχι», παραδέχτηκε ο Πέριν, «αλλά δεν υπάρχει λόγος να το μάθει αυτό η Φάιλε».

Ο Γκαούλ γέλασε. «Έχει πλάκα να είσαι τόσο νέος, έτσι δεν είναι, Πέριν;»

Ο Πέριν, σμίγοντας τα φρύδια, μην ξέροντας αν ο άλλος γελούσε μαζί του, κέντρισε με τις φτέρνες τον Γοργοπόδη για να συνεχίσει, τραβώντας πίσω του το άλογο φόρτου. Το φως του φαναριού δεν φαινόταν καθόλου σε απόσταση μεγαλύτερη των είκοσι ή τριάντα βημάτων. Ήθελε να μη φαίνεται καθόλου όταν θα περνούσε η Φάιλε. Άσ' τη να νομίσει ότι ο Πέριν είχε αποφασίσει να συνεχίσει χωρίς αυτήν. Αν ανησυχούσε για λίγα λεπτά, μέχρι να τον βρει στην πινακίδα, της άξιζε.

19

Ο Κυματοχορευτής

Ο χρυσός ήλιος μόλις είχε ξεπροβάλει από τον ορίζοντα, όταν η αστραφτερή, ανοιχτή άμαξα με το μαύρο φινίρισμα, που την έσερναν τέσσερα ολόιδια γκρίζα άλογα, στάθηκε στην αρχή της αποβάθρας και ο λιπόσαρκος, μελαχρινός οδηγός με το χρυσόμαυρο, ριγέ σακάκι του πήδησε κάτω για να ανοίξει την πόρτα. Κανένας θυρεός δεν στόλιζε το φύλλο της πόρτας, φυσικά· οι Δακρινοί ευγενείς συνέδραμαν τις Άες Σεντάι μόνο υπό πίεση, όσο διαχυτικά κι αν ήταν τα χαμογελά τους, και κανένας δεν ήθελε να συνδέσει το όνομά του ή τον οίκο του με τον Πύργο.

Η Ηλαίην κατέβηκε νιώθοντας ευγνωμοσύνη, χωρίς να περιμένει τη Νυνάβε, σιάζοντας το γαλάζιο, καλοκαιρινό, ταξιδιωτικό μανδύα της· οι δρόμοι του Μάουλε ήταν γεμάτοι δίτροχα κάρα και άμαξες εμπορευμάτων, ενώ τα ελατήρια των δερμάτινων θέσεων ήταν χαλασμένα. Η αύρα που φυσούσε στον Ερινίν έμοιαζε δροσερή μετά την κάψα της Πέτρας. Δεν ήθελε να δείξει ότι είχε κακοπάθει στη διαδρομή, όμως όταν σηκώθηκε, τέντωσε τη μέση της. Τουλάχιστον η βροχή που έπεσε χθες βράδυ ακόμα δεν αφήνει τη σκόνη να σηκωθεί, σκέφτηκε. Υποψιαζόταν ότι σκοπίμως τους είχαν δώσει άμαξα χωρίς κουρτίνες.

Βόρεια και νότια από το σημείο που βρίσκονταν υπήρχαν κι άλλες αποβάθρες, που χώνονταν στο ποτάμι σαν πλατιά, πέτρινα δάχτυλα. Ο αέρας μύριζε πίσσα και σκοινιά, ψάρια, μπαχαρικά και ελαιόλαδο, ακατονόμαστα πράγματα που σάπιζαν στα λιμνάζοντα νερά ανάμεσα στις προβλήτες, καθώς και παράξενα, μακρουλά, κιτρινοπράσινα φρούτα σε πελώρια τσαμπιά, στοιβαγμένα στην πρόσοψη της πέτρινης αποθήκης πίσω της. Παρ' όλο που ήταν τόσο νωρίς, είδε άντρες με δερμάτινα γιλέκα, χωρίς πουκάμισα, που έτρεχαν γοργά κουβαλώντας μεγάλα δέματα στις λυγισμένες πλάτες τους, ή έσπρωχναν χειράμαξες γεμάτες βαρέλια ή κιβώτια. Κανείς τους δεν έλεγε να της ρίξει κάτι παραπάνω από μια σκυθρωπή, φευγαλέα ματιά, το χέρι άγγιζε το μέτωπο και ύστερα τα μαύρα μάτια στρέφονταν πάλι κάτω· οι περισσότεροι δεν σήκωναν καν το κεφάλι. Λυπήθηκε όταν το είδε αυτό.

Οι Δακρινοί ευγενείς δεν μεταχειρίζονταν σωστά τους ανθρώπους τους. Ή, μάλλον, τους κακομεταχειρίζονταν. Αν η Ηλαίην ήταν στο Άντορ, θα περίμενε να δει κεφάτα χαμόγελα, λόγια χαιρετισμού με σέβας, που θα τα έλεγαν αβίαστα άντρες με το κορμί στητό, οι οποίοι θα ήξεραν και τη δική τους αξία και τη δική της. Παραλίγο να μετανιώσει που έφευγε. Την είχαν αναθρέψει για να ηγείται και κάποια μέρα να κυβερνήσει έναν περήφανο λαό· ένιωσε την ανάγκη να διδάξει σ' αυτούς τους ανθρώπους λίγη αξιοπρέπεια. Αλλά αυτή ήταν δουλειά του Ραντ, όχι δική της. Κι αν δεν την κάνει σωστά, θα κάτσω και θα τον τα πω. Από την καλή κι από την ανάποδη. Τουλάχιστον ο Ραντ είχε αρχίσει να κάνει τη δουλειά του, ακολουθώντας τις συμβουλές της. Και η Ηλαίην έπρεπε να παραδεχτεί ότι ο Ραντ ήξερε πώς να φέρεται στους ανθρώπους του. Θα ήταν ενδιαφέρον να δει επιστρέφοντας τι είχε κάνει ο Ραντ στο μεταξύ. Αν υπάρχει λόγος να επιστρέψω.