Выбрать главу

Καμιά δωδεκαριά πλοία φαινόταν καθαρά από κει που στεκόταν, καθώς και άλλα παραπέρα, όμως ένα κυριάρχησε στο βλέμμα της, αγκυροβολημένο στο τέλος της προβλήτας μπροστά της, με τη μυτερή πλώρη του γυρισμένη ανάντη. Το τρεχαντήρι των Θαλασσινών είχε μήκος τουλάχιστον εκατό βήματα, μιάμιση φορά μεγαλύτερο από το δεύτερο σε μέγεθος που φαινόταν· είχε τρία μεγάλα κατάρτια στη μέση και ένα κοντύτερο στο ανυψωμένο κατάστρωμα της πρύμνης. Η Ηλαίην είχε ξανανεβεί σε πλοία, αλλά ποτέ σε τόσο μεγάλο και ποτέ σε θαλασσοπόρο πλοίο. Και μόνο το όνομα των ιδιοκτητών του πλοίου μιλούσε για αλαργινές χώρες και ξένα λιμάνια. Οι Άθα'αν Μιέρε. Οι Θαλασσινοί. Οι ιστορίες που ήθελαν να δώσουν εξωτική αίσθηση πάντα είχαν μέσα και Θαλασσινούς, εκτός αν αφορούσαν τους Αελίτες.

Η Νυνάβε βγήκε πίσω της από την άμαξα, στερεώνοντας έναν πράσινο, ταξιδιωτικό μανδύα στο λαιμό της και γκρινιάζοντας πότε στον εαυτό της και πότε στον οδηγό. «Μας ταρακουνούσε σαν χήνα σε ανεμοθύελλα! Μας έσειε σαν σκονισμένο χαλάκι! Πώς κατάφερες να πετυχαίνεις κάθε σούδα και κάθε τρύπα από δω ως την Πέτρα, καλέ μου άνθρωπε; Αυτό θέλει μεγάλη δεξιοτεχνία. Κρίμα που δεν περισσεύουν ικανότητες για να κουμαντάρεις τα άλογα». Εκείνος της πρόσφερε το χέρι για να κατέβει, με το στενό του πρόσωπο μουτρωμένο, όμως εκείνη αρνήθηκε τη βοήθειά του.

Η Ηλαίην αναστέναξε και διπλασίασε τις ασημένιες πένες που έβγαζε από το πουγκί της. «Σε ευχαριστώ που μας έφερες γρήγορα και με ασφάλεια». Χαμογέλασε καθώς του έβαζε στο χέρι τα ασημένια νομίσματα. «Σου είπαμε να μας φέρεις γρήγορα κι έκανες αυτό που ζητήσαμε. Οι δρόμοι δεν είναι δικό σου φταίξιμο και έκανες εξαιρετική δουλειά σε δύσκολες συνθήκες».

Δίχως να κοιτάξει τα νομίσματα, ο άνθρωπος έκανε μια βαθιά υπόκλιση μ' ένα βλέμμα ευγνωμοσύνης. «Σ' ευχαριστώ, Αρχόντισσά μου», μουρμούρισε και η Ηλαίην ήταν σίγουρη ότι το έλεγε τόσο για τα νομίσματα, όσο και για τα λόγια της. Είχε ανακαλύψει ότι μια καλή κουβέντα και λίγη εξύμνηση συνήθως γίνονταν δεκτά εξίσου ευχάριστα με το ασήμι, αν όχι περισσότερο. Αν και βέβαια κανείς δεν αρνιόταν το ασήμι.

«Το Φως να δώσει να έχεις ένα ασφαλές ταξίδι, Αρχόντισσά μου», πρόσθεσε. Το φευγαλέο βλέμμα του προς τη Νυνάβε έλεγε ότι η ευχή απευθυνόταν μονάχα στην Ηλαίην. Η Νυνάβε έπρεπε να μάθει πώς να δίνει τόπο στην οργή και να νοιάζεται τους άλλους· έπρεπε.

Όταν ο αμαξάς κατέβασε τα πράγματά τους από την ανοιχτή άμαξα και μετά έστριψε και ξεκίνησε να φύγει, η Νυνάβε μίλησε μουτρωμένα. «Εντάξει, δεν έπρεπε να τον αποπάρω. Κι ένα πουλί δεν θα περνούσε εύκολα αυτούς τους δρόμους. Τουλάχιστον όχι με άμαξα. Αλλά έτσι που χοροπηδούσαμε σ' όλο το δρόμο μέχρι να φτάσουμε, νιώθω λες και ήμουν καβάλα σ' άλογο όλη τη βδομάδα».

«Δεν είναι δικό του το φταίξιμο που έχεις πονεμένη... πλάτη», είπε η Ηλαίην μ' ένα χαμόγελο, για να δείξει ότι δεν την ειρωνευόταν, ενώ παράλληλα έπαιρνε τα πράγματά της.

Η Νυνάβε ξέσπασε σε ένα ξερό, πικρόχολο γέλιο. «Αυτό δεν είπα; Μην περιμένεις να τρέξω ξοπίσω του για να ζητήσω συγνώμη. Η χούφτα το ασήμι που του έδωσες θα του γιατρέψει κάθε πληγή. Θα πρέπει να μάθεις να είσαι πιο σφιχτή με τα χρήματα, Ηλαίην. Δεν έχουμε τους πόρους του Βασιλείου του Άντορ στη διάθεσή μας. Μπορεί να ζήσει άνετα ολόκληρη οικογένεια με τα χρήματα που δίνεις σε όσους κάνουν μια δουλειά την οποία έχουν πληρωθεί για να κάνουν». Η Ηλαίην την κοίταξε με βουβή αγανάκτηση —η Νυνάβε πάντα έμοιαζε να πιστεύει ότι έπρεπε να ζουν χειρότερα από τους υπηρέτες, εκτός αν υπήρχε λόγος για να μην το κάνουν, ενώ το φυσιολογικό ήταν να συμβαίνει το αντίθετο― όμως η άλλη δεν φάνηκε να προσέχει την έκφραση που πάντα έκανε τους Βασιλικούς Φρουρούς να προσέχουν πού πατάνε. Αντίθετα, η Νυνάβε σήκωσε τα μπογαλάκια και τους γερούς, υφασμάτινους σάκους της και στράφηκε προς την προβλήτα. «Τουλάχιστον η διαδρομή θα είναι πιο γαλήνια σ' αυτό το πλοίο. Το ελπίζω. Να επιβιβαστούμε;»

Άρχισαν να προχωρούν στην αποβάθρα, ανάμεσα σε λιμενεργάτες, στοιβαγμένα βαρέλια και καρότσια γεμάτα αγαθά. «Νυνάβε, οι Θαλασσινοί είναι εύθικτοι αν δεν σε ξέρουν καλά, ή τουλάχιστον αυτό με δίδαξαν. Μήπως θα μπορούσες να δείξεις λίγο περισσότερη...» είπε η Ηλαίην.

«Περισσότερη τι;»

«Περισσότερη διακριτικότητα, Νυνάβε». Η Ηλαίην έκανε ένα πηδηματάκι όταν κάποιος έφτυσε στην αποβάθρα μπροστά της. Δεν μπόρεσε να καταλάβει ποιος το είχε κάνει· όταν γύρισε να κοιτάξει, όλοι είχαν τα κεφάλια σκυμμένα και δούλευαν με φούρια. Είτε τους κακομεταχειρίζονταν οι Υψηλοί Άρχοντες είτε όχι, αν είχε βρει το φταίχτη, θα του έλεγε μερικά ήρεμα, τσουχτερά λογάκια, που ο άλλος θα αργούσε να τα ξεχάσει. «Έτσι για αλλαγή, θα μπορούσες να δοκιμάσεις λίγη διακριτικότητα».