«Φυσικά». Η Νυνάβε άρχισε να ανεβαίνει τη σανιδόσκαλα με τη σχοινένια κουπαστή του τρεχαντηριού. «Αρκεί να μη με ταρακουνάνε».
Η πρώτη σκέψη της Ηλαίην, όταν έφτασε το κατάστρωμα, ήταν ότι το τρεχαντήρι φαινόταν πολύ στενό για το μήκος του· δεν ήξερε πολλά για τα πλοία, αυτό ήταν αλήθεια, όμως της έμοιαζε να είναι μια πελώρια σφήνα. Ωχ, Φως μου, όσο μεγάλο κι αν είναι αυτό το πράγμα, θα κουνάει χειρότερα από την άμαξα. Η δεύτερη σκέψη της ήταν για το πλήρωμα. Είχε ακούσει ιστορίες για τους Άθα'αν Μιέρε, αλλά δεν είχε δει ποτέ της κανέναν. Ακόμα και οι ιστορίες δεν έλεγαν πολλά. Ήταν ένας μυστικοπαθής λαός, που δεν ξανοιγόταν· σχεδόν εξίσου μυστηριώδεις με τους Αελίτες. Μόνο οι χώρες πέρα από την Ερημιά θα μπορούσαν να είναι πιο παράξενες και το μόνο που ήξερε κανείς γι' αυτές ήταν ότι οι Θαλασσινοί έφερναν από κει φίλντισι και μετάξι.
Αυτοί οι Άθα'αν Μιέρε ήταν μελαψοί, ξυπόλητοι και γυμνόστηθοι, καλοξυρισμένοι, με ίσια, μαύρα μαλλιά και χέρια γεμάτα τατουάζ. Κινούνταν με τη σιγουριά ανθρώπων που ήξεραν τόσο καλά τη δουλειά τους ώστε να μπορούν να την κάνουν και χωρίς την πλήρη προσοχή τους, εν τούτοις, όμως, αφιέρωναν όλη τους τη σκέψη σ' αυτή. Οι κινήσεις τους είχαν μια ρέουσα χάρη, λες και ένιωθαν ακόμα το φούσκωμα της θάλασσας, παρ' όλο που το πλοίο ήταν ακίνητο. Οι περισσότεροι φορούσαν χρυσές ή ασημένιες αλυσίδες στο λαιμό και σκουλαρίκια στο αφτί, μερικές φορές δυο-τρία μαζί, εκ των οποίων μερικά είχαν στιλβωμένα πετράδια.
Υπήρχαν και γυναίκες στο πλήρωμα, όσες και οι άντρες, που μάζευαν ξάρτια και κουλούριαζαν σκοινιά δίπλα στους άντρες, μι: τατουάζ στα χέρια κι αυτές. Επίσης, φορούσαν τα ίδια φαρδιά παντελόνια από κάποιο σκούρο, επεξεργασμένο με λάδι ύφασμα, που άνοιγαν στον αστράγαλο, τα οποία συγκρατούσαν στενές, πολύχρωμες λωρίδες υφάσματος. Εντούτοις, οι γυναίκες φορούσαν φαρδιές, πολύχρωμες μπλούζες με λαμπερά κόκκινα, γαλάζια και πράσινα χρώματα, αλλά φορούσαν όσες αλυσίδες και σκουλαρίκια είχαν και οι άντρες. Η Ηλαίην πρόσεξε, με κάποια κατάπληξη, δυο-τρεις γυναίκες που είχαν δαχτυλίδια στη μύτη τους.
Η χάρη των γυναικών επισκίαζε την αντίστοιχη των αντρών και η Ηλαίην θυμήθηκε κάποιες ιστορίες που είχε ακούσει μικρή, όταν κρυφάκουγε εκεί που δεν έπρεπε. Σ' αυτές τις ιστορίες, οι γυναίκες των Άθα'αν Μιέρε ήταν το αποκορύφωμα της μαυλιστικής γοητείας και των πειρασμών, και τις κυνηγούσαν όλοι οι άντρες. Οι γυναίκες αυτού του πλοίου δεν ήταν ομορφότερες από άλλες, όμως βλέποντάς τες να κινούνται έτσι, δεν δυσκολευόταν να πιστέψει εκείνες τις ιστορίες.
Δύο γυναίκες, που στέκονταν σ' ένα ανυψωμένο κατάστρωμα στην πρύμνη, προφανώς δεν ήταν απλά μέλη του πληρώματος. Ήταν κι αυτές ξυπόλητες και φορούσαν παρόμοια ενδυμασία, όμως η μια ήταν ντυμένη μόνο με γαλάζια μεταξωτά και η άλλη με πράσινα. Η μεγαλύτερη από τις δύο, αυτή με τα πράσινα, είχε τέσσερα μικρά, χρυσά σκουλαρίκια σε κάθε αφτί και ένα στην αριστερή πλευρά της μύτης της, δουλεμένα έτσι που να γυαλίζουν στο φως του πρωινού ήλιου. Μια λεπτή αλυσίδα ξεκινούσε από το μικρό σκουλαρίκι της μύτης και κατέληγε σε ένα άλλο, στο αφτί, στηρίζοντας μια σειρά από κρεμαστές, χρυσές, ωοειδείς πλακέτες, ενώ μια από τις αλυσίδες του λαιμού της είχε ένα τρυπημένο, χρυσό κουτί, σαν από περίτεχνη, χρυσή δαντέλα, το οποίο μερικές φορές η γυναίκα το σήκωνε για να το μυρίσει. Η άλλη, η ψηλότερη, είχε μόνο έξι σκουλαρίκια συνολικά και λιγότερες ωοειδείς πλακέτες, όμως το τρυπημένο κουτί, το οποίο μύριζε, ήταν κι αυτό χρυσό κι εξίσου λεπτοδουλεμένο. Ήταν αναντίρρητα εξωτικές. Η Ηλαίην μόρφασε και μόνο που σκεφτόταν εκείνα τα σκουλαρίκια στη μύτη. Και τι αλυσίδες!
Κάτι παράξενο τράβηξε το βλέμμα της στο πρυμναίο κατάστρωμα, στην αρχή όμως δεν κατάλαβε τι ήταν. Ύστερα όμως το είδε. Δεν υπήρχε δοιάκι για το πηδάλιο. Ένα είδος ακτινωτού τροχού στεκόταν πίσω από τις γυναίκες, δεμένος για να μη στρίβει, μα πουθενά δοιάκι. Πώς στρίβουν; Ακόμα και το μικρότερο ποταμίσιο πλοιάριο που είχε δει, είχε το δοιάκι του. Όλα τα άλλα πλοία στις κοντινές αποβάθρες είχαν δοιάκια. Όλο και πιο μυστηριώδεις παρουσιάζονταν αυτοί οι Θαλασσινοί.
«Μην ξεχάσεις αυτά που σου είπε η Μουαραίν», σύστησε στη Νυνάβε, καθώς πλησίαζαν το πρυμναίο κατάστρωμα. Όχι ότι ήταν πολλά· ακόμα και οι Άες Σεντάι ήξεραν λίγα για τους Άθα'αν Μιέρε. Η Μουαραίν, πάντως, είχε πει στις δυο τους τις κατάλληλες φράσεις· τα πράγματα που έπρεπε να ειπωθούν χάριν των καλών τρόπων. «Και μην ξεχνάς, διακριτικότητα», πρόσθεσε με έναν αυστηρό ψίθυρο.