«Δεν το ξεχνώ», αποκρίθηκε απότομα η Νυνάβε. «Μπορώ να φερθώ με διακριτικότητα». Η Ηλαίην ειλικρινά ήλπιζε να ήταν έτσι.
Οι δύο Θαλασσινές τις περίμεναν στην κορυφή της σκάλας ― λάντερ, η Ηλαίην θυμήθηκε ότι έτσι την έλεγαν εδώ, παρ' όλο που ήταν κανονική σκάλα. Δεν καταλάβαινε γιατί τα πλοία έπρεπε να έχουν διαφορετικές ονομασίες για συνηθισμένα πράγματα. Το πάτωμα ήταν πάτωμα, είτε στο στάβλο, είτε στο πανδοχείο, είτε στο παλάτι. Γιατί όχι και στο πλοίο; Ένα ευωδιαστό σύννεφο περιέβαλλε τις δύο γυναίκες, μια ξινή, μεστωμένη οσμή που ερχόταν από τα δαντελωτά, χρυσά κουτιά. Τα τατουάζ στα χέρια έδειχναν άστρα και ψαροπούλια, κυκλωμένα από τις καμπύλες και τους στροβίλους των ζωγραφισμένων κυμάτων.
Η Νυνάβε έκλινε το κεφάλι. «Είμαι η Νυνάβε αλ'Μεάρα, Άες Σεντάι του Πράσινου Άτζα. Αναζητώ την Κυρά των Πανιών αυτού του σκάφους, καθώς και μια θέση στο ταξίδι, αν θέλει το Φως. Αυτή είναι η συνταξιδιώτισσα και φίλη μου, η Ηλαίην Τράκαντ, επίσης Άες Σεντάι του Πράσινου Άτζα. Το Φως να φωτίζει εσένα και το σκάφος σου και να στέλνει τον άνεμο για γρήγορο ταξίδι». Ήταν σχεδόν ακριβώς όπως στο μάθημα που τους είχε κάνει η Μουαραίν για το πώς να μιλήσουν. Όχι το σημείο περί Άες Σεντάι του Πράσινου Άτζα —η Μουαραίν αυτό φαινόταν να το δέχεται επειδή δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς κι επίσης τη διασκέδαζε η επιλογή του Άτζα― αλλά όλα τα υπόλοιπα.
Η μεγαλύτερη γυναίκα, που είχε γκρίζες πινελιές στα μαύρα μαλλιά της και ψιλές ρυτίδες στις άκρες των μεγάλων, καστανών ματιών της, έκλινε με αντίστοιχη τυπικότητα το κεφάλι. Πάντως φάνηκε να τις κοιτάζει από την κορφή ως τα νύχια, ειδικά το δαχτυλίδι του Μεγάλου Ερπετού που φορούσε η καθεμιά στο δεξί της χέρι. «Είμαι η Κόινε ντιν Τζουμπάι Γουάιλντ Γουίντς, Κυρά των Πανιών του Κυματοχορευτή. Αυτή είναι η Τζόριν ντιν Τζουμπάι Χουάιτ Γουίνγκ, εν αίματι αδελφή μου και Ανεμοευρέτρια του Κυματοχορευτή. Ίσως να έχουμε θέση, αν θέλει το Φως. Το Φως να σας φωτίζει και να σας βγάλει ασφαλείς στο τέλος του ταξιδιού σας».
Ήταν έκπληξη το γεγονός ότι ήταν αδελφές. Η Ηλαίην έβλεπε την ομοιότητα, όμως η Τζόριν έδειχνε πολύ νεότερη. Ευχήθηκε η διαπραγμάτευση να γινόταν μόνο με την Ανεμοευρέτρια· και οι δύο γυναίκες είχαν την ίδια αποστασιοποιημένη έκφραση, όμως κάτι στην Ανεμοευρέτρια της θύμιζε την Αβιέντα. Αυτό ήταν παράλογο, φυσικά. Τούτες οι γυναίκες δεν ήταν ψηλότερές της, το χρώμα της επιδερμίδας τους ήταν εντελώς διαφορετικό από της Αελίτισσας και το μόνο όπλο που φαινόταν να έχουν και οι δύο ήταν από ένα κοντόχοντρο μαχαίρι στη ζώνη τους, που έμοιαζε έτοιμο να κάνει τη δουλειά του, παρά το γεγονός ότι ήταν γεμάτο με σκαλίσματα και ένθετα στολίσματα από χρυσή κλωστή στη λαβή. Αλλά η Ηλαίην ένιωθε κάποια ομοιότητα μεταξύ της Τζόριν και της Αβιέντα.
«Ας μιλήσουμε λοιπόν, Κυρά των Πανιών, αν θέλεις», είπε η Νυνάβε, ακολουθώντας τη διατύπωση της Μουαραίν, «για αρμενίσματα και λιμάνια, καθώς και για το δώρο μιας θέσης στο πλοίο». Σύμφωνα με τα λεγόμενα της Μουαραίν, οι Θαλασσινοί δεν ζητούσαν χρήματα για να σε μεταφέρουν· ήταν ένα δώρο, που συμπτωματικά θα το αντάλλασσαν με ένα άλλο δώρο ίσης αξίας.
Η Κόινε έριξε μια ματιά παραπέρα, πάνω από την πρύμνη, προς την Πέτρα και τη λευκή σημαία που κυμάτιζε από πάνω της. «Θα μιλήσουμε στην καμπίνα μου, Άες Σεντάι, αν θέλεις». Έδειξε μια ανοιχτή μπουκαπόρτα πίσω από εκείνο τον παράξενο τροχό. «Δεχτείτε το καλωσόρισμα του πλοίου μου και είθε η χάρη του Φωτός να είναι μαζί σας μέχρι να φύγετε από τα καταστρώματά του».
Άλλο ένα στενό λάντερ —σκάλα― οδηγούσε σ' ένα συμμαζεμένο δωμάτιο κάτω, μεγαλύτερο και ψηλότερο απ' όσο περίμενε η Ηλαίην από τις εμπειρίες της με μικρότερα σκάφη, με παράθυρα που έβλεπαν στην πρύμνη και λάμπες σε αναρτήρες στους τοίχους. Σχεδόν τα πάντα έμοιαζαν να είναι καρφωμένα εκεί μέσα στο δωμάτιο, με εξαίρεση μερικά λακαρισμένα σεντούκια διαφόρων μεγεθών. Το κρεβάτι ήταν μεγάλο και χαμηλό, ακριβώς κάτω από τα παράθυρα της πρύμνης, και υπήρχε ένα στενό τραπέζι με ξύλινες πολυθρόνες γύρω του, στη μέση του δωματίου.
Ελάχιστα πράγματα ήταν ατακτοποίητα. Χάρτες τυλιγμένοι σε ρολό υπήρχαν στο τραπέζι, φιλντισένια σκαλίσματα διαφόρων ζώων ήταν βαλμένα σε ράφια με μικρά κάγκελα, ενώ πέντ' έξι σπαθιά διαφόρων ειδών, με γυμνές τις λεπίδες, εκ των οποίων μερικά η Ηλαίην δεν τα είχε ξαναδεί ποτέ της, κρέμονταν από γάντζους στους τοίχους. Ένα παράξενα δουλεμένο τετράγωνο, μπρούτζινο σήμαντρο κρεμόταν από ένα δοκάρι πάνω από το κρεβάτι, ενώ δίπλα ακριβώς από τα παράθυρα που έβλεπαν στην πρύμνη, τοποθετημένο σε περίοπτη θέση θαρρείς για να αποτίσουν φόρο τιμής, υπήρχε ένα κράνος, που ακουμπούσε πάνω σ' ένα ξύλινο κεφάλι δίχως χαρακτηριστικά, σκαλισμένο γι' αυτό το σκοπό — ένα κράνος όμοιο με κεφάλι τερατώδους εντόμου, φινιρισμένο με κόκκινο και πράσινο χρώμα, με ένα στενό, λευκό λοφίο στην κάθε πλευρά του, το ένα σπασμένο.