Το κράνος αυτό η Ηλαίην το αναγνώριζε. «Σωντσάν», είπε ξέπνοα, χωρίς να προλάβει να το σκεφτεί. Η Νυνάβε την κοίταξε ενοχλημένη, και δικαίως· είχαν συμφωνήσει ότι θα ήταν πιο λογικό, και θα φαινόταν πιο αληθινό, αν η Νυνάβε, ως μεγαλύτερη, έπαιρνε τα ηνία και μιλούσε περισσότερο.
Η Κόινε και η Τζόριν αντάλλαξαν δυσνόητες ματιές. «Ξέρετε γι' αυτούς;» είπε η Κυρά των Πανιών. «Φυσικά. Είναι αναμενόμενο να ξέρουν γι' αυτά τα πράγματα οι Άες Σεντάι. Τόσο μακριά εδώ, στ' ανατολικά, ακούμε πλήθος ιστορίες, που ακόμα κι οι πιο αληθινές είναι οι μισές ψέμα».
Η Ηλαίην ήξερε ότι έπρεπε να σταματήσει εκεί, όμως η περιέργεια της γαργαλούσε τη γλώσσα. «Πού βρήκατε το κράνος; Αν μπορώ να ρωτήσω».
«Ο Κυματοχορευτής αντάμωσε ένα πλοίο των Σωντσάν πέρυσι», αποκρίθηκε η Κόινε. «Εκείνοι θέλησαν να τον πάρουν, αλλά εγώ δεν επιθυμούσα να τον παραδώσω». Σήκωσε ανάλαφρα τους ώμους. «Έχω το κράνος για να μου το θυμίζει. Η θάλασσα πήρε τους Σωντσάν, που το Φως να δείξει ευσπλαχνία σ' όσους αρμενίζουν. Δεν θα πλησιάσω άλλη φορά σκάφος με ριγωτά πανιά».
«Ήσουν τυχερή», είπε απότομα η Νυνάβε. «Οι Σωντσάν έχουν αιχμάλωτες γυναίκες που μπορούν να διαβιβάζουν, τις οποίες χρησιμοποιούν σαν όπλα. Αν είχαν μια τέτοια στο πλοίο, θα είχες μετανιώσει που το συνάντησες».
Η Ηλαίην την κοίταξε κάνοντας μια γκριμάτσα, αν και ήταν πια αργά. Δεν μπορούσε να πει αν οι Θαλασσινές είχαν προσβληθεί από τον τόνο της Νυνάβε. Οι δύο γυναίκες διατήρησαν την ίδια ουδέτερη έκφραση, η Ηλαίην όμως είχε αρχίσει να συνειδητοποιεί ότι δεν φανέρωναν πολλά με το πρόσωπό τους, τουλάχιστον όχι μπροστά σε ξένους.
«Ας μιλήσουμε για το ταξίδι», είπε η Κόινε. «Αν θέλει το Φως, ίσως πιάσουμε εκεί που θέλετε να πάτε. Τα πάντα είναι δυνατά στο Φως. Ας καθίσουμε».
Οι καρέκλες που ήταν γύρω από το τραπέζι δεν μπορούσαν να τραβηχτούν· μαζί με το τραπέζι ήταν στερεωμένες στο πάτωμα ― στο κατάστρωμα. Αντίθετα, τα μπράτσα τους άνοιγαν σαν πόρτες και κλείδωναν στη θέση τους, όταν κάποιος καθόταν πάνω τους. Η κατασκευή αυτή έμοιαζε να ανταποκρίνεται στην απαισιόδοξη πρόβλεψη της Ηλαίην ότι το πλοίο θα κουνούσε άσχημα. Η ίδια το άντεχε μια χαρά, φυσικά, όμως κάποτε, που είχαν βρεθεί σε ένα ποταμόπλοιο που κουνούσε, το στομάχι της Νυνάβε ανακατευόταν συνεχώς. Θα πρέπει να ήταν χειρότερα στο ανοιχτό πέλαγος απ' ό,τι στο ποτάμι, όσο δυνατός κι αν ήταν ο άνεμος στο ποτάμι, ενώ όσο περισσότερο ανακατευόταν το στομάχι της Νυνάβε, τόσο χειροτέρευαν τα νεύρα της. Η Νυνάβε να νιώθει ναυτία και ταυτόχρονα να την έχουν πιάσει τα νεύρα της· κατά τη γνώμη της Ηλαίην, αυτά τα δύο ήταν από τα χειρότερα που μπορούσαν να συμβούν σε κάποιον.
Η Ηλαίην και η Νυνάβε κάθισαν μαζί από τη μια πλευρά του τραπεζιού, ενώ η Κυρά των Πανιών και η Ανεμοευρέτρια κάθισαν στις άκρες του. Στην αρχή της φάνηκε παράξενο, ώσπου κατάλαβε ότι έτσι οι δύο Θαλασσινές μπορούσαν να βλέπουν όποια από τις δύο τους μιλούσε, επιτρέποντας στην άλλη να τις κοιτάζει απαρατήρητη. Πάντα έτσι αντιμετωπίζουν τους επιβάτες ή μήπως το κάνουν επειδή είμαστε Άες Σεντάι; Επειδή νομίζουν ότι είμαστε τέτοιες δηλαδή. Αυτό την προειδοποιούσε πως δεν ήταν όλα απλά μ' αυτούς τους ανθρώπους. Έλπισε ότι το είχε προσέξει και η Νυνάβε.
Η Ηλαίην δεν είχε δει να δίνουν κάποια διαταγή, αλλά εμφανίστηκε μια λυγερή νεαρή, που είχε μόνο ένα σκουλαρίκι σε κάθε αφτί, κρατώντας ένα δίσκο με μια τετράγωνη, λευκή τσαγιέρα με μπρούτζινο χερούλι και μεγάλα φλιτζάνια δίχως χερούλια, όχι από πορσελάνη των Θαλασσινών, όπως ίσως ήταν αναμενόμενο, αλλά χοντρά πήλινα. Θα ήταν λιγότερο πιθανό να σπάσουν αν έπιανε κακοκαιρία, ήταν το ζοφερό συμπέρασμα της Ηλαίην. Την προσοχή της, όμως, τράβηξε η νεαρή γυναίκα και παραλίγο να της κοπεί η ανάσα. Από τη μέση και πάνω ήταν γυμνή, ακριβώς όπως οι άντρες εκεί πάνω. Η Ηλαίην έκρυψε καλά την κατάπληξη της, έτσι πίστεψε, η Νυνάβε όμως ξεφύσησε δυνατά.
Η Κυρά των Πανιών περίμενε την κοπέλα να βάλει τσάι, που το είχαν βράσει μέχρι να γίνει μαύρο. «Μην τυχόν σαλπάραμε, Ντορέλ, και δεν το είδα; Δεν φαίνεται στεριά πουθενά;» είπε μετά.
Η λεπτή γυναίκα κατακοκκίνισε. «Υπάρχει στεριά, Κυρά των Πανιών». Ένας δυστυχισμένος ψίθυρος.
Η Κόινε ένευσε. «Μέχρι να χαθεί από τα μάτια μας η στεριά και να περάσει μια ολόκληρη μέρα ακόμα, η δουλειά σου θα είναι να καθαρίζεις τη σεντίνα, εκεί που τα ρούχα είναι εμπόδιο. Μπορείς να πηγαίνεις».