«Μάλιστα, Κυρά των Πανιών», είπε η κοπέλα ακόμα πιο θλιμμένα. Γύρισε να φύγει, λύνοντας την κόκκινη, υφασμάτινη ζώνη της αποθαρρυμένα, καθώς περνούσε από την πόρτα στην άλλη άκρη του δωματίου.
«Ας μοιραστούμε αυτό το τσάι, αν θέλετε», είπε η Κυρά των Πανιών, «ώστε να μιλήσουμε ειρηνικά». Ήπιε μια γουλιά από το φλιτζάνι της και συνέχισε να μιλά, ενώ η Ηλαίην και η Νυνάβε δοκίμαζαν τα δικά τους. «Σας ζητώ να συγχωρήσετε την τυχόν προσβολή, Άες Σεντάι. Είναι το πρώτο ταξίδι της Ντορέλ, εκτός από τα νησιά. Οι νέοι άνθρωποι συχνά λησμονούν τους τρόπους των στεριανών. Θα την τιμωρήσω κι άλλο, αν σας έθιξε».
«Δεν υπάρχει λόγος», έσπευσε να πει η Ηλαίην, βρίσκοντας αφορμή να αφήσει κάτω το φλιτζάνι της. Το τσάι ήταν ακόμα πιο δυνατό απ' όσο έδειχνε, καυτό κι αρκετά πικρό, δίχως καθόλου ζάχαρη. «Αλήθεια, δεν προσβληθήκαμε. Τα έθιμα είναι διαφορετικά από λαό σε λαό». Το Φως να δώσει να μην είναι ακόμα πιο διαφορετικά! Φως μου, τι θα γίνει αν δεν φοράνε καθόλου ρούχα όταν βγουν στη θάλασσα; Φως μου! «Μόνο οι ανόητοι προσβάλλονται όταν συναντούν έθιμα διαφορετικά από τα δικά τους».
Η Νυνάβε την κοίταξε ανέκφραστα, τόσο ανέκφραστα που ταίριαζε μια χαρά στο ρόλο τους, των υποτιθέμενων Άες Σεντάι, και ήπιε μια μεγάλη γουλιά από το φλιτζάνι της. «Σε παρακαλώ, μην το σκέφτεσαι», είπε μόνο. Δεν μπορούσες να καταλάβεις αν το έλεγε στην Ηλαίην ή στην άλλη γυναίκα.
«Τότε θα μιλήσουμε για το ταξίδι, αν θέλετε», είπε η Κόινε. «Σε ποιο λιμάνι θέλετε να πάτε;»
«Στο Τάντσικο», είπε η Νυνάβε, κάπως πιο ζωηρά απ' όσο έπρεπε. «Ξέρω ότι δεν σκοπεύετε να πάτε προς τα κει, αλλά εμείς πρέπει να φτάσουμε γρήγορα, τόσο γρήγορα που μόνο ένα τρεχαντήρι μπορεί να μας πάει, και δίχως να σταματήσουμε πουθενά, αν είναι δυνατόν αυτό. Προσφέρω αυτό το μικρό δώρο για την αναστάτωση». Έβγαλε ένα χαρτί από το θύλακο της ζώνης της και το ξεδίπλωσε, σπρώχνοντας το πάνω στο τραπέζι προς την Κυρά των Πανιών.
Τους το είχε δώσει η Μουαραίν, καθώς κι άλλο ένα σαν κι αυτό· ήταν πληρεξούσια. Η καθεμιά επέτρεπε στην κομίζουσα να κάνει ανάληψη μέχρι τρεις χιλιάδες χρυσές κορώνες από τραπεζίτες και αργυραμοιβούς σε διάφορες πόλεις, αν και το πιθανότερο ήταν ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν ήξεραν ότι είχαν στη διάθεσή τους χρήματα του Λευκού Πύργου. Η Ηλαίην είχε γουρλώσει τα μάτια βλέποντας το ποσό —η Νυνάβε είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό― αλλά η Μουαραίν είχε πει ότι ίσως να χρειάζονταν, για να μη σταματήσει η Κυρά των Πανιών στα λιμάνια που σκόπευε να πάει.
Η Κόινε άγγιξε το πληρεξούσιο με το δάχτυλο και το διάβασε. «Πελώριο ποσό για το δώρο του περάσματος», μουρμούρισε, «ακόμα κι αν υπολογίσουμε ότι μου ζητάτε να αλλάξω το σχέδιο του ταξιδιού μου. Τώρα νιώθω ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη. Ξέρετε ότι σπανιότατα μεταφέρουμε Άες Σεντάι με τα πλοία μας. Σπανιότατα. Απ' όλους αυτούς που ζητούν θέση στο πλοία μας, μόνο στις Άες Σεντάι μπορούμε να αρνηθούμε και σχεδόν πάντα έτσι κάνουμε, όπως γινόταν από την πρώτη μέρα του πρώτου ταξιδιού. Οι Λες Σεντάι το γνωρίζουν αυτό κι έτσι δεν το ζητούν σχεδόν ποτέ». Κοίταζε το φλιτζάνι της, όχι αυτές, όμως η Ηλαίην έριξε μια ματιά στην άλλη άκρη του τραπεζιού και έπιασε την Ανεμοευρέτρια να εξετάζει τα χέρια τους, που ήταν ακουμπισμένα στο τραπέζι. Όχι τα χέρια, τα δαχτυλίδια.
Η Μουαραίν δεν είχε πει τίποτα γι’ αυτό. Είχε υποδείξει το τρεχαντήρι ως το ταχύτερο διαθέσιμο πλοίο και τις είχε προτρέψει να το χρησιμοποιήσουν. Από την άλλη μεριά, τους είχε δώσει αυτά τα πληρεξούσια, που πιθανότατα θα τους έφταναν για να αγοράσουν έναν ολόκληρο στόλο από τέτοια πλοία. Ή αρκετά πλοία, εν πάση περιπτώσει. Επειδή ήξερε ότι θα χρειάζονταν τόσα χρήματα για να τις δωροδοκήσουμε και να μας πάρουν; Αλλά γιατί είχε κρατήσει μυστικά; Ανόητη ερώτηση· η Μουαραίν πάντα κρατούσε μυστικά. Μα γιατί τις έκανε να σπαταλήσουν το χρόνο τους;
«Σκοπεύεις να αρνηθείς;» Η Νυνάβε είχε εγκαταλείψει τη διακριτικότητα για χάρη της ευθύτητας. «Αν δεν μεταφέρεις Άες Σεντάι, τότε γιατί μας έφερες εδώ κάτω; Γιατί δεν μας το είπες πάνω να ξεμπερδεύουμε;»
Η Κυρά των Πανιών άνοιξε το ένα μπράτσο της πολυθρόνας της, σηκώθηκε και πήγε να κοιτάξει την Πέτρα από τα πρυμναία παράθυρα. Τα σκουλαρίκια της και οι χρυσές πλακέτες στο αριστερό μάγουλό της λαμπύριζαν το φως του ήλιου, που σηκωνόταν ολοένα και ψηλότερα στον ουρανό. «Μπορεί να χειριστεί τη Μία Δύναμη, έτσι άκουσα, και κρατά το Ανέγγιχτο Σπαθί. Οι Αελίτες ήρθαν από το Δρακότειχος στο κάλεσμά του· είδα αρκετούς στους δρόμους και λένε ότι η Πέτρα είναι γεμάτη απ' αυτούς. Η Πέτρα νου Δακρύου έπεσε και ξεσπούν πόλεμοι στα έθνη της στεριάς. Εκείνοι που κάποτε κυβερνούσαν επέστρεψαν και κατατροπώθηκαν για πρώτη φορά. Η Προφητεία εκπληρώνεται».