Η Νυνάβε έδειξε σαστισμένη με την αλλαγή θέματος και το ίδιο ένιωθε και η Ηλαίην. «Οι Προφητείες του Δράκοντα;» είπε η Ηλαίην ύστερα από μια στιγμή. «Ναι, εκπληρώνονται. Είναι ο Αναγεννημένος Δράκοντας, Κυρά των Πανιών». Είναι ένας πεισματάρης που κρύβει τα συναισθήματά του τόσο βαθιά, ώστε δεν μπορώ να τα βρω, να τι είναι!
Η Κόινε γύρισε προς το μέρος τους. «Όχι οι Προφητείες του Δράκοντα, Άες Σεντάι. Η Προφητεία Τζένταϊ, η προφητεία του Κόραμουρ. Δεν είναι αυτός που περιμένετε και τρέμετε· είναι εκείνος που αναζητούμε, ο προάγγελος μιας νέας Εποχής. Στο Τσάκισμα του Κόσμου οι πρόγονοί μας διέφυγαν και βρήκαν καταφύγιο στη θάλασσα, ενώ η στεριά σειόταν και έσκαγε σαν κύμα στη θύελλα. Λέγεται ότι δεν γνώριζαν τίποτα από τα πλοία που πήραν για να διαφύγουν, αλλά το Φως ήταν στο πλευρό τους και επέζησαν. Δεν ξαναείδαν τη στεριά παρά μόνο όταν είχε γαληνέψει και στο μεταξύ πολλά είχαν αλλάξει. Όλα, τα πάντα, ο κόσμος ολόκληρος, έπλεαν στα νερά και τους ανέμους. Στα χρόνια που ακολούθησαν, τότε πρωτοείπαν την Προφητεία. Πρέπει να περιπλανιόμαστε επί των υδάτων μέχρι να επιστρέψει ο Κόραμουρ και να τον υπηρετήσουμε στην άφιξή του.
«Είμαστε δεσμευμένοι με τη θάλασσα· το αλμυρό νερό κυλά στις φλέβες μας. Οι περισσότεροι δεν πατάμε πόδι στη στεριά, παρά μόνο όταν περιμένουμε ένα άλλο πλοίο, ένα άλλο ταξίδι. Δυνατοί άντρες κλαίνε όταν αναγκάζονται να υπηρετήσουν στη στεριά. Οι γυναίκες που βρίσκονται στη στεριά ανεβαίνουν σε πλοίο για να γεννήσουν τα παιδιά τους —ακόμα και σε βάρκα, αν δεν υπάρχει τίποτα άλλο εύκαιρο― διότι πρέπει να γεννηθούμε στο νερό, στο νερό να πεθάνουμε και σ' αυτό να μας παραδώσουν μετά το θάνατο.
»Η Προφητεία εκπληρώνεται. Εκείνος είναι ο Κόραμουρ. Άες Σεντάι τον υπηρετούν. Είστε η απόδειξη γι' αυτό, το γεγονός ότι βρίσκεστε εδώ, στην πόλη. Κι αυτό, επίσης, το λέει η Προφητεία. “Ο Λευκός Πύργος θα γκρεμιστεί στο όνομά του και οι Άες Σεντάι θα γονατίσουν για να του πλύνουν τα πόδια και να τα σκουπίσουν με τα μαλλιά τους”».
«Θα περιμένεις πολύ καιρό για να με δεις να σκουπίζω πόδια άντρα», είπε σαρκαστικά η Νυνάβε. «Τι σχέση έχει αυτό με το ταξίδι μας; Θα μας πάρετε ή όχι;»
Η Ηλαίην μόρφασε, όμως η Κυρά των Πανιών μίλησε με την ίδια ευθύτητα. «Γιατί θέλετε να ταξιδέψετε στο Τάντσικο; Είναι άσχημο λιμάνι τώρα. Έπιασα εκεί τον περσινό χειμώνα. Οι στεριανοί σχεδόν πλημμύρισαν τις κουβέρτες μας ζητώντας ναύλο για να φύγουν, να πάνε οπουδήποτε. Δεν τους ένοιαζε πού, αρκεί να ήταν μακριά από το Τάντσικο. Δεν πιστεύω να έχουν καλυτερέψει οι συνθήκες».
«Πάντα κάνεις τέτοιες ερωτήσεις στους επιβάτες σας;» είπε η Νυνάβε. «Πρόσφερα τόσα, που φτάνουν για να αγοράσεις ολόκληρο χωριό. Δύο χωριά. Αν θέλεις περισσότερα, πες μας ποια τιμή σε καλύπτει».
«Δεν είναι τιμή», της σφύριξε στο αφτί η Ηλαίην. «Είναι δώρο!»
Η Κόινε δεν έδειξε αν είχε προσβληθεί, αν το είχε καν ακούσει ― δεν έδειξε τίποτα.
Η Νυνάβε έσφιξε γερά την πλεξούδα της, όμως η Ηλαίην την έπιασε από το μπράτσο. Σκόπευαν να κρατήσουν μερικά μυστικά οι δυο τους, σίγουρα όμως είχαν μάθει αρκετά πράγματα καθισμένες σ' αυτό το τραπέζι ώστε να είναι απαραίτητο να αλλάξουν τα σχέδιά τους. Υπήρχε καιρός για μυστικότητα και καιρός για αλήθεια. «Κυνηγούμε το Μαύρο Άτζα, Κυρά των Πανιών. Πιστεύουμε ότι κάποιες απ' αυτές είναι στο Τάντσικο». Αντίκρισε γαλήνια το θυμωμένο βλέμμα της Νυνάβε. «Πρέπει να τις βρούμε, αλλιώς μπορεί να κάνουν κακό... στον Αναγεννημένο Δράκοντα. Τον Κόραμουρ».
«Το Φως να μας οδηγεί με ασφάλεια μέχρι να αγκυροβολήσουμε», είπε χαμηλόφωνα η Ανεμοευρέτρια. Ήταν η πρώτη φορά που μιλούσε και η Ηλαίην την κοίταξε έκπληκτη. Η Τζόριν είχε σμίξει τα φρύδια και δεν κοίταζε καμία τους, αλλά μίλησε στην Κυρά των Πανιών. «Μπορούμε να τις πάρουμε, αδελφή μου. Πρέπει». Η Κόινε ένευσε.
Η Ηλαίην και η Νυνάβε κοιτάχτηκαν· η Ηλαίην είδε τις ερωτήσεις που είχε στο νου της να καθρεφτίζονται στα μάτια της Νυνάβε. Γιατί ήταν η Ανεμοευρέτρια αυτή που είχε λάβει την απόφαση; Γιατί όχι η Κυρά των Πανιών; Αυτή ήταν καπετάνισσα, όποιος κι αν ήταν ο τίτλος της. Τουλάχιστον θα τις πήγαιναν. Πόσο θα πληρώσουμε; αναρωτήθηκε η Ηλαίην. Πόσο μεγάλο θα είναι το «δώρο»; Μακάρι να μην είχε αποκαλύψει η Νυνάβε ότι είχαν κι άλλα εκτός απ' αυτό το πληρεξούσιο. Και μετά κατηγορεί εμένα ότι ξοδεύω άσκοπα το χρυσάφι.
Η πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα ένας γκριζομάλλης άντρας με χοντρούς ώμους, που φορούσε ένα φαρδύ και κοντό παντελόνι από πράσινο μετάξι, με μια υφασμάτινη ζώνη, και μετρούσε μια στοίβα χαρτιά. Τέσσερα χρυσά σκουλαρίκια στόλιζαν κάθε του αφτί και τρεις βαριές, χρυσές αλυσίδες κρέμονταν στο λαιμό του, που η μια είχε ένα αρωματικό κουτί. Η μακριά, εξογκωμένη ουλή που κατηφόριζε το μάγουλό του και τα δύο κυρτά μαχαίρια που ήταν χωμένα στην υφασμάτινη ζώνη του, του έδιναν μια επικίνδυνη όψη. Στερέωνε ένα αλλόκοτο, συρμάτινο πλαίσιο στα αφτιά του, το οποίο συγκρατούσε δυο διαυγείς φακούς μπροστά στα μάτια του. Οι Θαλασσινοί φυσικά έκαναν τα καλύτερα γυαλιά, τους καλύτερους φακούς καύσης καθώς και όλα τα σχετικά κάπου στα νησιά τους, όμως η Ηλαίην ποτέ δεν είχε δει κάτι σαν αυτό. Ο άντρας κοίταξε μέσα από τους φακούς τα χαρτιά και άρχισε να μιλάει χωρίς να σηκώσει το βλέμμα.