«Κόινε, είναι ένας βλάκας που θέλει να δώσει πεντακόσια τομάρια χιοναλεπούς από το Κάντορ με αντάλλαγμα τα τρία βαρελάκια Δυποταμίτικο ταμπάκ που βρήκα στο Έμπου Νταρ. Πεντακόσια! Μπορεί να τα φέρει εδώ ως το μεσημέρι». Σήκωσε το βλέμμα και αναπήδησε. «Συγχώρεσέ με, γυναίκα μου. Δεν ήξερα ότι έχεις καλεσμένες. Το Φως να είναι μαζί σας».
«Το μεσημέρι, άντρα μου», είπε η Κόινε, «θα ταξιδεύω κατάντη. Όταν πέσει η νύχτα, θα είμαι στη θάλασσα».
Το σώμα του σφίχτηκε. «Είμαι ακόμα ο Αφέντης του Φορτίου, γυναίκα μου, ή μήπως πήρε άλλος τη θέση όταν δεν κοίταζα;»
«Είσαι ο Αφέντης του Φορτίου, άντρα μου, όμως το εμπόριο πρέπει να σταματήσει αμέσως και να αρχίσουμε προετοιμασίες για αναχώρηση. Σαλπάρουμε για το Τάντσικο».
«Το Τάντσικο!» Τα χαρτιά τσαλακώθηκαν στο χέρι του, που σφίχτηκε· φάνηκε να παλεύει για να κρατήσει την ψυχραιμία του. «Γυναίκα μου... Όχι! Κυρά των Πανιών, μου είπες ότι το επόμενο λιμάνι που θα πιάσουμε θα είναι το Μαγιέν και μετά θα πάμε ανατολικά, στο Σάρα. Με αυτά κατά νου, έκανα τις ανάλογες αγοραπωλησίες. Για το Σάρα, Κυρά των Πανιών, όχι για το Τάραμπον. Αυτά που έχω στα χέρια μου δεν θα αξίζουν πολλά στο Τάντσικο. Ίσως και τίποτα! Μπορώ να ρωτήσω γιατί μου καταστρέφεις το εμπόριο και καταδικάζεις τον Κυματοχορευτή στην πενία;»
Η Κόινε δίστασε, αλλά όταν μίλησε, η φωνή της είχε ακόμα έναν τόνο τυπικότητας. «Είμαι η Κυρά των Πανιών, άντρα μου. Ο Κυματοχορευτής σαλπάρει όποτε και για όπου λέω εγώ. Αυτό αρκεί προς το παρόν».
«Όπως το λες, Κυρά των Πανιών», είπε βραχνά, «έτσι και είναι». Άγγιξε την καρδιά του —της Ηλαίην της φάνηκε ότι το πρόσωπο της Κόινε συσπάστηκε― και βγήκε έξω με τη ράχη αλύγιστη, σαν κατάρτι πλοίου.
«Πρέπει να επανορθώσω», μουρμούρισε μαλακά η Κόινε κοιτάζοντας την πόρτα. «Φυσικά, μαζί του η επανόρθωση είναι κάτι γλυκό. Συνήθως. Με χαιρέτησε σαν μούτσος, αδελφή».
«Λυπόμαστε που σου προξενούμε προβλήματα, Κυρά των Πανιών», είπε επιφυλακτικά η Ηλαίην. «Και λυπόμαστε που είδαμε κάτι τέτοιο. Αν φέραμε σε δύσκολη θέση σε κανέναν με την παρουσία μας, σε παρακαλώ δέξου τη συγνώμη μας».
«Σε δύσκολη θέση;» Η Κόινε είχε ξαφνιαστεί. «Άες Σεντάι, είμαι η Κυρά των Πανιών. Αμφιβάλω αν η παρουσία σου έφερε σε δύσκολη θέση τον Τόραμ και δεν θα του ζητούσα συγνώμη, ακόμα κι αν είχε συμβεί αυτό. Το εμπόριο είναι δική του δουλειά, όμως εγώ είμαι η Κυρά των Πανιών. Πρέπει να επανορθώσω μαζί του —και δεν θα είναι εύκολο, μιας και θα πρέπει να κρατήσω το λόγο μυστικό― επειδή έχει δίκιο και επειδή δεν πρόλαβα να σκεφτώ ένα λόγο για να του παρουσιάσω, κάτι παραπάνω απ' ό,τι θα έλεγα σ' έναν καινούριο ναύτη. Την ουλή στο πρόσωπό του την κέρδισε πετώντας τους Σωντσάν από τα καταστρώματα του Κυματοχορευτή. Έχει κι άλλες, παλιότερες ουλές, που τις κέρδισε υπερασπιζόμενος το πλοίο μου, και αν απλώνω το χέρι και πιάνω χρυσάφι, είναι επειδή αυτός ξέρει από εμπόριο. Πρέπει να επανορθώσω για τα πράγματα που δεν μπορώ να του πω, επειδή δικαιούται να γνωρίζει».
«Δεν καταλαβαίνω», είπε η Νυνάβε. «Θα σου ζητούσαμε να κρατήσεις μυστικό το Μαύρο Άτζα» —έριξε μια σκληρή ματιά στην Ηλαίην, μια ματιά που υποσχόταν αυστηρά λόγια όταν θα έμεναν μόνες· η Ηλαίην σκόπευε κι αυτή να πει μερικά λογάκια για το τι σημαίνει διακριτικότητα― «μα σίγουρα οι τρεις χιλιάδες κορώνες είναι αρκετός λόγος για να μας πας στο Τάντσικο».
«Πρέπει να κρατήσω την παρουσία σας μυστική, Άες Σεντάι. Τι είστε και γιατί ταξιδεύετε. Πολλοί ανάμεσα στο πλήρωμα μου θεωρούν ότι οι Άες Σεντάι φέρνουν γρουσουζιά. Αν ήξεραν ότι όχι μόνο μεταφέρουμε Άες Σεντάι, αλλά κι ότι πάμε σε ένα λιμάνι που υπάρχουν άλλες Άες Σεντάι, οι οποίες ίσως υπηρετούν τον Πατέρα των Καταιγίδων... Η χάρη του Φωτός να δώσει να μην ήταν κανείς κοντά μας και άκουσε που σας αποκάλεσα έτσι εκεί πάνω. Θα προσβληθείτε αν σας ζητήσω να μένετε κάτω όσο το δυνατόν περισσότερο και να μη φοράτε τα δαχτυλίδια στο κατάστρωμα;»