Αντί για απάντηση, η Νυνάβε έβγαλε το δαχτυλίδι του Μεγάλου Ερπετού και το έριξε στο θύλακό της. Το ίδιο έκανε και η Ηλαίην, κάπως πιο απρόθυμα· της άρεσε να βλέπουν οι άλλοι το δαχτυλίδι της. Χωρίς να εμπιστεύεται τα αποθέματα διπλωματικότητας που απέμεναν στη Νυνάβε σ' αυτό το σημείο, μίλησε πριν προλάβει η άλλη. «Κυρά των Πανιών, σου προσφέραμε ένα δώρο για το ταξίδι μας, αν θέλεις. Αν όχι, μπορώ να ρωτήσω τι θα ήθελες;»
Η Κόινε ξαναγύρισε στο τραπέζι για να κοιτάξει πάλι το πληρεξούσιο και ύστερα το έσπρωξε προς τη Νυνάβε. «Το κάνω για τον Κόραμουρ. Θα σας πάω με ασφάλεια στη στεριά όπου επιθυμείτε, αν θέλει το Φως. Έτσι θα γίνει». Άγγιξε τα χείλη της με τα δάχτυλα του δεξιού της χεριού. «Συμφωνήθηκε, κάτω από το Φως».
Η Τζόριν έβγαλε έναν πνιχτό ήχο. «Αδελφή μου, αναρωτιέμαι αν κάποιος Αφέντης του Φορτίου στασίασε ποτέ εναντίον της Κυράς των Πανιών του».
Η Κόινε την κοίταξε ανέκφραστα. «Θα προσφέρω το δώρο της διάβασης από το δικό μου σεντούκι. Κι αν το μάθει ποτέ ο Τόραμ, αδελφή μου, θα σε ρίξω στη σεντίνα μαζί με την Ντορέλ. Για σαβούρα, ίσως».
Το ότι οι δυο Θαλασσινές είχαν ξεμπερδέψει με τα τυπικά επιβεβαιώθηκε όταν η Ανεμοευρέτρια γέλασε δυνατά. «Και μετά το επόμενο λιμάνι που θα πιάσεις θα είναι το Τσάτσιν, αδελφή μου, ή το Κάεμλυν, διότι χωρίς εμένα δεν θα μπορούσες να βρεις ούτε νερό».
Η Κυρά των Πανιών απευθύνθηκε με μια έκφραση μεταμέλειας στην Ηλαίην και τη Νυνάβε. «Το σωστό θα ήταν, Άες Σεντάι, εφόσον υπηρετείτε τον Κόραμουρ, να σας τιμήσω, όπως θα έκανα στην Κυρά των Πανιών και την Ανεμοευρέτρια ενός άλλου πλοίου. Θα έπρεπε να κάνουμε μπάνιο μαζί, να πιούμε κρασί με μέλι και να ανταλλάξουμε ιστορίες, που θα μας κάνουν να γελάσουμε και να κλάψουμε. Αλλά πρέπει να ετοιμαστώ για να σαλπάρουμε και —»
Ο Κυματοχορευτής τινάχτηκε, όπως έλεγε και το όνομά του, πήδηξε, βρόντηξε στην αποβάθρα. Η Ηλαίην τραντάχτηκε πέρα-δώθε στην καρέκλα της κι όταν αυτό συνεχίστηκε, αναρωτήθηκε μήπως θα ήταν προτιμότερο αν είχε πέσει στο πάτωμα.
Κι όταν τελικά σταμάτησαν όλα, όταν τα άλματα λιγόστεψαν και καταλάγιασαν, η Κόινε σηκώθηκε όρθια και έτρεξε στη σκάλα, με την Τζόριν κατά πόδας, ήδη φωνάζοντας διαταγές για να δουν αν είχε πάθει ζημιά το κύτος.
20
Οι Άνεμοι Δυναμώνουν
Η Ηλαίην πάλεψε να τραβήξει το σύρτη που κρατούσε το μπράτσο της καρέκλας της και μετά χίμηξε πίσω από τις Θαλασσινές, όπου παραλίγο να πέσει πάνω στη Νυνάβε, στη βάση της σκάλας. Το πλοίο ακόμα κουνιόταν, όχι τόσο σφοδρά όσο πριν. Μην ξέροντας αν βούλιαζαν, έσπρωξε τη Νυνάβε να πάει μπροστά της και τη σκούντησε να κάνει πιο γρήγορα.
Στο κατάστρωμα οι ναύτες έτρεχαν εδώ κι εκεί, έλεγχαν τα ξάρτια, κοίταζαν από το πλάι για να επιθεωρήσουν το κύτος, φώναζαν για σεισμούς. Οι ίδιες φωνές υψώνονταν κι από τους λιμενεργάτες, αλλά η Ηλαίην ήξερε τι ήταν, παρά τα σωριασμένα πράγματα στις αποβάθρες και τα πλοία που ακόμα τινάζονταν στις πρυμάτσες τους.
Κοίταξε την Πέτρα. Το πελώριο φρούριο στεκόταν ασάλευτο, με εξαίρεση τα κοπάδια των ξαφνιασμένων πουλιών που στροβιλίζονταν ολόγυρα και τη λευκή σημαία, που ανέμιζε σχεδόν τεμπέλικα σε μια μακρινή αύρα. Δεν υπήρχε κανένα σημάδι που να δείχνει ότι η όμοια με βουνό μάζα είχε αγγιχτεί καθόλου. Υπαίτιος ήταν ο Ραντ, όμως. Ήταν σίγουρη γι' αυτό.
Στράφηκε και είδε τη Νυνάβε να την κοιτάζει· για μια ατέλειωτη στιγμή τα βλέμματά τους έμειναν καρφωμένα το ένα στο άλλο. «Μπλέξαμε άσχημα, αν μας χάλασε το πλοίο», είπε τελικά η Ηλαίην. «Πώς θα φτάσουμε στο Τάντσικο αν ταρακουνάει όλα τα πλοία;» Φως μου, ελπίζω να είναι καλά. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα αλλιώς. Είναι καλά. Είναι.
Η Νυνάβε της άγγιξε το μπράτσο καθησυχαστικά. «Μάλλον το δεύτερο γράμμα σου πέτυχε κάποια ευαίσθητη χορδή του. Οι άντρες πάντα αντιδρούν υπερβολικά όταν αφήνουν τα συναισθήματά τους να ξεχυθούν· τα κρατούν συνεχώς κλεισμένα μέσα τους κι αυτό είναι το τίμημα. Μπορεί να είναι ο Αναγεννημένος Δράκοντας, αλλά πρέπει μάθει, ως άντρας προς γυναίκα, ότι... Τι κάνουν αυτοί εκεί;»
Οι «αυτοί» ήταν δύο άντρες που στέκονταν ανάμεσα στους φουριόζους Θαλασσινούς στο κατάστρωμα. Ο ένας ήταν ο Θομ Μέριλιν, φορώντας το μανδύα βάρδου του, με την άρπα και το φλάουτο σε δερμάτινες θήκες στη ράχη του και ένα μπογαλάκι στα πόδια του, πλάι σε ένα καταχτυπημένο, ξύλινο κασελάκι με κλειδαριά. Ο άλλος ήταν ένας λεπτός, εμφανίσιμος Δακρινός, μεσήλικας, μελαψός, με σκληρή όψη, που φορούσε ένα επίπεδο, ψάθινο καπέλο, σχεδόν τριγωνικό, και σακάκι σαν αυτά που είχε ο απλός κόσμος, στενό στη μέση και φαρδύ πιο κάτω, μέχρι που γινόταν σαν κοντή φούστα. Είχε ένα σπαθοσπάστη κρεμασμένο στη ζώνη που φορούσε πάνω από το σακάκι και στηριζόταν σε ένα ανοιχτόχρωμο ραβδί, φτιαγμένο από ένα ξύλο όλο διχάλες και ρόζους, που τον έφτανε ακριβώς στο μπόι και ήταν χοντρό όσο ο αντίχειράς του. Ένα τετράγωνο δεματάκι κρεμόταν από μια θηλιά στον ώμο του. Η Ηλαίην τον ήξερε: το όνομά του ήταν Τζούιλιν Σάνταρ.