Выбрать главу

Ήταν φανερό ότι οι δύο άντρες δεν γνωρίζονταν, παρ' όλο που περίμεναν ο ένας δίπλα στον άλλο· στέκονταν λιγομίλητοι, επιφυλακτικοί. Η προσοχή τους, όμως, ήταν στραμμένη στο ίδιο αντικείμενο, καθώς από τη μια παρακολουθούσαν την πορεία της Κυράς των Πανιών προς το πρυμναίο κατάστρωμα και από την άλλη κοίταζαν την Ηλαίην και τη Νυνάβε· ένιωθαν αβεβαιότητα, την οποία έκρυβαν με μια ζωηρή έκφραση αυτοπεποίθησης. Ο Θομ χαμογελούσε και χάιδευε τα μακριά, λευκά μουστάκια του και ένευε κάθε φορά που σήκωνε το βλέμμα πάνω στις δύο τους· ο Σάνταρ υποκλινόταν με σοβαρότητα και σιγουριά.

«Δεν έπαθε τίποτα», είπε η Κόινε ανεβαίνοντας τη σκάλα. «Μπορώ να σαλπάρω μέσα σε μια ώρα, αν είναι αυτό το θέλημά σας. Και πιο νωρίς, αν βρεθεί Δακρινός τιμονιέρης. Αν δεν βρεθεί, μπορώ να σαλπάρω και χωρίς αυτόν, αλλά τούτο σημαίνει ότι δεν θα επιστρέψω ποτέ στο Δάκρυ». Ακολούθησε το βλέμμα τους, που ήταν στραμμένο στους δύο άντρες. «Ζητούν θέση στο πλοίο, ο βάρδος για το Τάντσικο και ο κλεφτοκυνηγός για όπου πάτε. Δεν μπορώ να τους αρνηθώ, αλλά...» Τα μαύρα μάτια της στράφηκαν πάλι στην Ηλαίην και τη Νυνάβε. «Θα το κάνω, αν μου το ζητήσετε». Στη φωνή της, η απροθυμία της να παραβιάσει το έθιμο πάλευε με την... επιθυμία να τις βοηθήσει; Να υπηρετήσει τον Κόραμουρ; «Ο κλεφτοκυνηγός είναι καλός άνθρωπος, παρ' όλο που είναι στεριανός. Χωρίς να θέλω να σας προσβάλω, στο όνομα του Φωτός. Το βάρδο δεν τον ξέρω, αλλά ένας βάρδος μπορεί να ζωντανέψει το ταξίδι και να φωτίσει τις κουρασμένες ώρες».

«Ξέρεις τον αφέντη Σάνταρ;» είπε η Νυνάβε.

«Δυο φορές βρήκε κάποιους που μας είχαν κλέψει και μάλιστα γρήγορα. Αν ήταν άλλος στεριανός, θα καθυστερούσε περισσότερο για να ζητήσει περισσότερα για τη δουλειά του. Φαίνεται ότι κι εσείς τον ξέρετε. Θέλετε να του αρνηθώ το ταξίδι;» Η απροθυμία χρωμάτιζε ακόμα τη φωνή της.

«Ας δούμε πρώτα τι ζητούν εδώ», είπε η Νυνάβε με ουδέτερη φωνή, που δεν ήταν καλό προμήνυμα για τους δύο άντρες.

«Μήπως πρέπει να μιλήσω εγώ;» πρότεινε η Ηλαίην μαλακά αλλά επίμονα. «Μ' αυτό τον τρόπο θα μπορείς να τους παρακολουθείς για να δεις μήπως κρύβουν τίποτα». Δεν είπε ότι μ' αυτό τον τρόπο τη Νυνάβε δεν θα την έπιαναν τόσο εύκολα τα νεύρα της, αλλά το ειρωνικό χαμόγελο της άλλης γυναίκας της είπε ότι το είχε καταλάβει.

«Πολύ καλά, Ηλαίην, θα τους παρακολουθώ. Έτσι θα μπορέσεις να μελετήσεις πώς διατηρώ την ψυχραιμία μου. Ξέρεις τι σε πιάνει καμιά φορά».

Η Ηλαίην δεν κρατήθηκε κι έβαλε τα γέλια.

Οι δύο άντρες όρθωσαν το κορμί καθώς τους πλησίαζαν. Γύρω τους οι ναύτες έτρεχαν, χιμούσαν στα ξάρτια, τραβούσαν σκοινιά, έδεναν πράγματα και έλυναν άλλα, υπακούοντας διαταγές που έφταναν μέσω άλλων από την Κυρά των Πανιών. Κινούνταν γύρω από τους τέσσερις στεριανούς σχεδόν δίχως να τους ρίχνουν ματιά.

Η Ηλαίην κοίταξε σκεφτικά τον Θομ Μέριλιν με σμιγμένα τα φρύδια. Ήταν σίγουρη ότι δεν είχε δει το βάρδο πριν από την εμφάνιση του στην Πέτρα, όμως ακόμα και τότε είχε νιώσει κάτι γνώριμο πάνω του. Όχι ότι ήταν πιθανόν κάτι τέτοιο. Οι βάρδοι ήταν συνήθως καλλιτέχνες των χωριών· η μητέρα της δεν είχε φέρει ποτέ κάποιον τους στο παλάτι στο Κάεμλυν. Οι μόνοι βάρδοι που θυμόταν η Ηλαίην να έχει δει ήταν σε χωριά κοντά στα εξοχικά κτήματα της μητέρας της κι αυτός ο ξερακιανός ασπρομάλλης ποτέ δεν είχε φανεί εκεί.

Αποφάσισε να μιλήσει πρώτα στον κλεφτοκυνηγό. Θυμήθηκε ότι ο άνθρωπος είχε επιμείνει σ' αυτή την ονομασία· αλλού είχαν ληστοκυνηγούς, στο Δάκρυ είχαν κλεφτοκυνηγούς και η διάκριση φαινόταν να είναι σημαντική γι' αυτόν.

«Αφέντη Σάνταρ», του είπε με σοβαρότητα. «Ίσως να μη με θυμάσαι. Είμαι η Ηλαίην Τράκαντ κι αυτή είναι η φίλη μου, η Νυνάβε αλ'Μεάρα. Απ' ό,τι αντιλαμβάνομαι, θέλεις να ταξιδέψεις στον ίδιο προορισμό με μας. Μπορώ να ρωτήσω γιατί; Την τελευταία φορά που σε είδαμε, δεν μας είχες προσφέρει καλές υπηρεσίες».

Ο άνθρωπος ούτε που βλεφάρισε, όταν η Νυνάβε υπαινίχθηκε ότι μπορεί να μην τις θυμόταν. Το βλέμμα του στάθηκε για λίγο στα χέρια τους, προσέχοντας ότι τα δαχτυλίδια απουσίαζαν. Εκείνα τα μαύρα μάτια τα έβλεπαν όλα και τα κατέγραφαν για πάντα. «Θυμάμαι, κυρά Τράκαντ και θυμάμαι καλά. Αλλά, συγχωρήστε με γι' αυτό, την τελευταία φορά που σας υπηρέτησα ήμουν συντροφιά με τον Ματ Κώθον, όταν σας βγάλαμε από το νερό, πριν σας προφτάσουν τα ασημόκαρφα».

Η Νυνάβε έβηξε, αλλά όχι δυνατά. Ήταν κελί, όχι νερό, και ήταν το Μαύρο Άτζα κι όχι τα ασημόκαρφα. Της Νυνάβε ειδικά δεν της άρεσε να θυμάται ότι τότε είχαν χρειαστεί βοήθεια. Φυσικά δεν θα βρίσκονταν σε εκείνο το κελί χωρίς τον Τζούιλιν Σάνταρ. Όχι, αυτό δεν ήταν δίκαιο. Ήταν αλήθεια, αλλά δεν ήταν εντελώς δίκαιο.