«Καλά όλα αυτά», έκανε ζωηρά η Ηλαίην, «αλλά δεν είπες γιατί θες να πας στο Τάντσικο».
Αυτός πήρε μια βαθιά ανάσα και κοίταξε τη Νυνάβε επιφυλακτικά. Η Ηλαίην δεν ήταν σίγουρη μέσα της αν προτιμούσε ο Σάνταρ να δείχνει περισσότερη επιφυλακτικότητα προς τη Νυνάβε και όχι προς την ίδια. «Με ξεσήκωσε από το σπίτι μου λιγότερο από μισή ώρα πριν», είπε με προσοχή, «ένας άντρας τον οποίο ξέρεις. Ένας ψηλός, με πρόσωπο σαν πέτρα, που ονομάζεται Λαν». Η Νυνάβε σήκωσε ελαφρώς τα φρύδια. «Ήρθε εκ μέρους ενός άλλου που ξέρετε. Ενός... βοσκού, μου είπε. Μου έδωσε μια μεγάλη ποσότητα χρυσού και μου είπε να σας συνοδεύσω. Μου είπε ότι, αν δεν επιστρέψετε σώες και ασφαλείς από αυτό το ταξίδι... Αρκεί να πω ότι θα ήταν προτιμότερο να πνιγώ, παρά να γυρίσω πίσω. Ο Λαν το τόνισε ιδιαιτέρως, το ίδιο και ο... βοσκός στο μήνυμά του. Η Κυρά των Πανιών μου λέει ότι δεν μπορώ να μπαρκάρω αν δεν συμφωνήσετε. Κατέχω ορισμένες ικανότητες οι οποίες ίσως να φανούν χρήσιμες». Το ραβδί στριφογύρισε στα χέρια του τόσο γρήγορα, που δημιούργησε μια θολούρα και ένα σφύριγμα, και μετά έμεινε ακίνητο. Τα δάχτυλά του άγγιξαν το σπαθοσπάστη στο γοφό του· έμοιαζε με κοντό σπαθί, είχε αιχμές που δεν ήταν ακονισμένες και σχισμές που προορίζονταν για να αρπάζουν τις λεπίδες.
«Οι άντρες πάντα βρίσκουν τρόπο να ξεγλιστρήσουν από αυτό που τους έχεις πει να κάνουν», μουρμούρισε η Νυνάβε, χωρίς όμως να δείχνει πολύ δυσαρεστημένη.
Η Ηλαίην απλώς συνοφρυώθηκε ενοχλημένη. Τον είχε στείλει ο Ραντ; Σίγουρα το είχε κάνει πριν διαβάσει το δεύτερο γράμμα. Που να καεί! Γιατί χοροπηδά έτσι; Δεν έχω χρόνο να στείλω άλλο γράμμα, αλλά και να το έκανα, μάλλον θα τον μπέρδευα ακόμα πιο πολύ. Κι εγώ θα φαινόμουν ακόμα πιο χαζή. Που να καεί!
«Κι εσύ, αφέντη Μέριλιν;» είπε η Νυνάβε. «Ο βοσκός έστειλε κι ένα βάρδο στο κατόπι μας; Ή ο άλλος; Ίσως για να μας διασκεδάζεις με τα ταχυδακτυλουργικά και τις φωτιές που καταπίνεις».
Ο Θομ κοίταζε εξονυχιστικά τον Σάνταρ μέχρι εκείνη τη στιγμή, αλλά πήρε αμέσως το βλέμμα ατάραχα και έκανε μια κομψή υπόκλιση, χαλώντας τη λιγάκι επειδή ανέμισε υπερβολικά επιδεικτικά το γεμάτο μπαλώματα μανδύα του. «Όχι ο βοσκός, κυρά αλ'Μεάρα. Μια αρχόντισσα, κοινή γνωστή μας, μου ζήτησε —μου ζήτησε― να σας συνοδεύσω. Η αρχόντισσα που βρήκε εσένα και το βοσκό στο Πεδίο του Έμοντ».
«Γιατί;» ρώτησε καχύποπτα η Νυνάβε.
«Κι εγώ, επίσης, έχω χρήσιμες ικανότητες», της είπε ο Θομ, ρίχνοντας μια ματιά στον κλεφτοκυνηγό. «Εκτός από τα ταχυδακτυλουργικά δηλαδή. Κι έχω πάει στο Τάντσικο αρκετές φορές. Ξέρω καλά την πόλη. Μπορώ να σας πω πού θα βρείτε καλό πανδοχείο, ποιες περιοχές είναι επικίνδυνες, όχι μόνο τη νύχτα αλλά και τη μέρα, και ποιον πρέπει να δωροδοκήσουμε ώστε η Πολιτοφυλακή να μη χώσει τη μύτη της στις δουλειές σας. Συνηθίζουν να παρακολουθούν τους ξένους. Μπορώ να σας βοηθήσω σε πολλά».
Εκείνη η αίσθηση οικειότητας τριβέλιζε το μυαλό της Ηλαίην. Πριν καλά-καλά καταλάβει τι έκανε, άπλωσε το χέρι και τράβηξε την άκρη του μακριού, λευκού μουστακιού του. Αυτός τινάχτηκε κι εκείνη έκρυψε με τα δύο χέρια το στόμα της, κοκκινίζοντας ως τις ρίζες των μαλλιών της. «Συγχώρεσέ με. Μου... μου φάνηκε ότι θυμόμουν να το έχω ξανακάνει άλλοτε. Εννοώ... ειλικρινά λυπάμαι». Φως μου, τι ήθελα και έκανα τέτοιο πράγμα; Τώρα θα με περνά για κουτορνίθι.
«Θα... το θυμόμουν», είπε αυτός μουδιασμένα.
Η Ηλαίην έλπισε να μην τον είχε προσβάλει. Η έκφραση του δεν τη βοηθούσε να καταλάβει. Οι άντρες προσβάλλονταν όταν έπρεπε να γελάσουν και γελούσαν όταν έπρεπε να προσβληθούν. Αν ήταν να ταξιδέψουν μαζί... Τότε συνειδητοποίησε για πρώτη φορά ότι είχε αποφασίσει να έρθουν κι αυτοί. «Νυνάβε;» είπε.
Η άλλη γυναίκα φυσικά κατάλαβε τη βουβή ερώτηση. Κοίταξε εξεταστικά τους δύο άντρες και μετά ένευσε. «Μπορούν να έρθουν. Αρκεί να συμφωνήσουν ότι θα κάνουν ό,τι λέμε. Δεν θέλω κάποιος ανόητος άντρας να κάνει του κεφαλιού του και να μας θέσει σε κίνδυνο».
«Όπως προστάζεις, κυρά αλ'Μεάρα», είπε αμέσως ο Σάνταρ με μια υπόκλιση, αλλά ο Θομ αντέδρασε. «Ο βάρδος είναι ελεύθερο πουλί, Νυνάβε, αλλά μπορώ να σου υποσχεθώ ότι δεν θα σας βάλω σε κίνδυνο. Κάθε άλλο», είπε ο βάρδος.
«Ό,τι σου πούμε», είπε με νόημα η Νυνάβε. «Θέλω το λόγο σου, αλλιώς θα δεις το πλοίο να φεύγει από την αποβάθρα».
«Οι Άθα’αν Μιέρε δεν αρνούνται θέση σε κανέναν, Νυνάβε».
«Έτσι νομίζεις; Μόνο στο ληστροκυνηγό» —ο Σάνταρ ξίνισε τα μούτρα του― «είπαν ότι χρειάζεται την άδειά μας; Ό,τι σου πούμε, αφέντη Μέριλιν».