Ο Θομ τίναξε το ασπρομάλλικο κεφάλι του σαν δύστροπο άλογο και ανάσανε βαριά, στο τέλος όμως ένευσε. «Δίνω το λόγο μου, κυρά αλ'Μεάρα».
«Πολύ καλά, λοιπόν», είπε η Νυνάβε με σιγουριά. «Κανονίστηκε. Βρείτε την Κυρά των Πανιών και πείτε της ότι θέλω να σας βρει μια καμπινούλα, αν μπορεί, μακριά από μας. Φευγάτε τώρα. Άντε».
Ο Σάνταρ υποκλίθηκε ξανά και έφυγε· ο Θομ έδειξε να το σκέφτεται, πριν τον ακολουθήσει με το σώμα σφιγμένο.
«Μήπως τους φέρεσαι σκληρά;» είπε η Ηλαίην μόλις απομακρύνθηκαν και δεν τις άκουγαν πια. Η απόσταση αυτή δεν ήταν μεγάλη, μέσα στο σαματά που επικρατούσε στο κατάστρωμα. «Στο κάτω-κάτω, είμαστε αναγκασμένοι να συνταξιδέψουμε. “Τα γλυκά λόγια κάνουν τη γλυκιά παρέα”».
«Καλύτερα να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους από την αρχή. Ηλαίην, ο Θομ Μέριλιν ξέρει πολύ καλά ότι δεν είμαστε κανονικές Άες Σεντάι». Χαμήλωσε τη φωνή της και κοίταξε ολόγυρα καθώς το έλεγε. Κανένας από τους ναύτες δεν τις κοίταζε, με εξαίρεση την Κυρά των Πανιών, που ήταν πίσω, στο πρυμναίο κατάστρωμα, και άκουγε τον ψηλό βάρδο και τον κλεφτοκυνηγό. «Οι άντρες μιλάνε —όλο έτσι κάνουν― κι έτσι ο Σάνταρ σύντομα θα το μάθει κι αυτός. Δεν θα δημιουργούσαν πρόβλημα σε δύο Άες Σεντάι, αλλά σε δύο Αποδεχθείσες...; Με την πρώτη ευκαιρία, εκείνες οι Θαλασσινές θα έπαιρναν αποφάσεις που θα νόμιζαν ότι ήταν για το καλό μας, ό,τι κι αν λέγαμε εμείς. Δεν θέλω να τους δώσω την παραμικρή ευκαιρία».
«Μπορεί να έχεις δίκιο. Λες να ξέρουν το λόγο που πάμε στο Τάντσικο;»
Η Νυνάβε ξεφύσησε. «Όχι, αλλιώς δεν θα ήταν τόσο ανέμελοι. Και θα προτιμούσα να μην το πούμε, αν δεν χρειαστεί». Έριξε στην Ηλαίην μια ματιά με νόημα· δεν χρειαζόταν να της αναφέρει ότι, αν μπορούσε, δεν θα το είχε πει ούτε στην Κυρά των Πανιών. «Μάθε κι αυτό το ρητό. “Άμα δανείζεσαι μπελάδες, τους πληρώνεις στο δεκαπλάσιο”».
«Τα λόγια σου δείχνουν ότι δεν τους εμπιστεύεσαι, Νυνάβε». Θα της έλεγε ότι έκανε σαν τη Μουαραίν, όμως η Νυνάβε δεν θα δεχόταν ευχάριστα τη σύγκριση.
«Μπορούμε να τους εμπιστευτούμε; Ο Τζούιλιν Σάνταρ μας πρόδωσε μια φορά. Ναι, ναι, ξέρω ότι κανένας δεν θα μπορούσε να το αποφύγει, αλλά αυτό δεν αλλάζει τίποτα. Επίσης, η Λίαντριν και οι άλλες ξέρουν το πρόσωπό του. Θα πρέπει να του αλλάξουμε ντύσιμο. Μπορεί να τον βάλουμε να μακρύνει τα μαλλιά του. Ίσως να αφήσει και μουστάκι, σαν εκείνο το σαμιαμίδι στο πρόσωπο του βάρδου. Ίσως κάτι γίνει έτσι».
«Και ο Θομ Μέριλιν;» ρώτησε η Ηλαίην. «Νομίζω ότι μπορούμε να τον εμπιστευτούμε. Δεν ξέρω γιατί, αλλά έτσι νομίζω».
«Παραδέχτηκε ότι τον έστειλε η Μουαραίν», είπε κουρασμένα η Νυνάβε. «Τι δεν παραδέχτηκε όμως; Τι του είπε αυτή, που δεν μας το είπε τώρα; Προορισμός του είναι να μας βοηθήσει, ή κάτι άλλο; Η Μουαραίν παίζει τόσο συχνά το δικό της παιχνίδι, που την εμπιστεύομαι τόσο παραπάνω από τη Λίαντριν». Σήκωσε το χέρι, με τον αντίχειρα να απέχει έναν πόντο από το δείκτη, ώστε να τους δείξει. «Θα μας χρησιμοποιήσει, κι εσένα κι εμένα, θα μας εκμεταλλευτεί, αν αυτό είναι προς όφελος του Ραντ. Ή, μάλλον, αν είναι προς όφελος των σχεδίων της για τον Ραντ. Θα του περνούσε λουρί, σαν να ήταν σκυλάκι, αν μπορούσε».
«Η Μουαραίν ξέρει τι πρέπει να γίνει, Νυνάβε». Αυτή τη φορά το αναγνώριζε απρόθυμα. Αυτό που κατά τη γνώμη της Μουαραίν έπρεπε να γίνει, ίσως να επέσπευδε την πορεία του Ραντ προς την Τάρμον Γκάι'ντον. Προς το θάνατό του, ίσως. Ο Ραντ κι κόσμος ισορροπούσαν. Ήταν χαζό —ανόητο και παιδιάστικο― το γεγονός ότι για την Ηλαίην αυτή η ζυγαριά τρεμούλιαζε, χωρίς να γέρνει πουθενά. Όμως δεν τολμούσε να χαλάσει την ισορροπία, ακόμα και μέσα στο νου της, επειδή δεν ήξερε προς τα πού θα έκλινε. «Αυτή το ξέρει καλύτερα απ' αυτόν», είπε δίνοντας σιγουριά στη φωνή της. «Καλύτερα από μας».
«Ίσως». Η Νυνάβε αναστέναξε. «Αλλά δεν είναι υποχρεωτικό να μου αρέσει».
Οι ναύτες πέταξαν τα σχοινιά από την πλώρη, εκεί που ξαφνικά απλώθηκαν τριγωνικά πανιά, και ο Κυματοχορευτής τραβήχτηκε από την αποβάθρα. Κι άλλα πανιά φάνηκαν, μεγάλα τετράγωνα και τρίγωνα, οι πρυμάτσες έπεσαν και το πλοίο βγήκε στο ποτάμι, διαγράφοντας μια μεγάλη καμπύλη ανάμεσα στα αγκυροβολημένα πλοία, που περίμεναν τη σειρά τους για τις αποβάθρες ― μια ομαλή καμπύλη, που κατέληξε σε πορεία νότια, κατάντη. Οι Θαλασσινοί κουμάνταραν το πλοίο τους όπως ένας δεξιοτέχνης καβαλάρης θα κουμαντάριζε ένα άλογο ράτσας. Εκείνος ο παράξενος, ακτινωτός τροχός έλεγχε το πηδάλιο με κάποιον τρόπο, τον οποίο έστριβε ένας γυμνόστηθος ναύτης. Η Ηλαίην ανακουφίστηκε που ήταν άντρας και όχι γυναίκα. Η Κυρά των Πανιών και η Ανεμοευρέτρια στέκονταν δίπλα στον τροχό. Η Κόινε έδινε διαταγές πού και πού, μερικές φορές κατόπιν χαμηλόφωνης διαβούλευσης με την αδελφή της. Ο Τόραμ έμεινε να κοιτάζει για λίγο, με πρόσωπο που έμοιαζε σκαλισμένο σε σανίδα του καταστρώματος, και μετά κατέβηκε κάτω με αγέρωχο βήμα.