Στο πρυμναίο κατάστρωμα στεκόταν ένας Δακρινός· ένας παχουλός άντρας με αποκαρδιωμένη έκφραση, μουντό, κίτρινο σακάκι με φουσκωτά, κίτρινα μανίκια, που έτριβε τα χέρια νευρικά. Τον είχαν φέρει στο πλοίο τη στιγμή που ανέβαζαν τη σανιδόσκαλα, ήταν ο άνθρωπος που θεωρητικά θα οδηγούσε τον Κυματοχορευτή κατάντη στο ποτάμι· σύμφωνα με τους Δακρινούς νόμους, κανένα πλοίο δεν μπορούσε να περάσει από τα Δάχτυλα του Δράκοντα χωρίς να έχει Δακρινούς οδηγούς. Η αποκαρδιωμένη έκφραση σίγουρα οφειλόταν στο γεγονός ότι δεν έκανε τίποτα, διότι ακόμα κι αν πρόσφερε κάποια οδηγία, οι Θαλασσινοί δεν του έδιναν σημασία.
Η Νυνάβε μουρμούρισε ότι ήθελε να δει την καμπίνα τους και κατέβηκε κάτω, αλλά η Ηλαίην απολάμβανε την αύρα στο κατάστρωμα και την αίσθηση του ξεκινήματος. Το να ταξιδεύεις, να βλέπεις μέρη που δεν έχεις ξαναδεί, ήταν από μόνο του χαρά. Δεν περίμενε ότι θα το έκανε ποτέ με τέτοιον τρόπο. Η Κόρη-Διάδοχος του Άντορ ίσως να έκανε επίσημες επισκέψεις σε άλλα κράτη, και θα έκανε περισσότερες όταν ανέβαινε στο θρόνο, αλλά θα ήταν όλο τελετές και τυπικότητες. Δεν θα ήταν έτσι, με ξυπόλητους Θαλασσινούς κι ένα πλοίο που έπλεε προς τη θάλασσα.
Οι ακροποταμιές περνούσαν γρήγορα καθώς ο ήλιος ψήλωνε και αραιά και πού εμφανίζονταν και χάνονταν πίσω τους ομάδες από πέτρινα αγροκτήματα, κολλητά το ένα στο άλλο, ζοφερά και απομονωμένα. Πουθενά χωριά όμως. Το Δάκρυ δεν επέτρεπε να υπάρχει κανένα χωριό στο ποτάμι ανάμεσα στην πόλη και τη θάλασσα, επειδή ακόμα και το μικρότερο θα μπορούσε κάποια μέρα να γίνει ανταγωνιστής της πρωτεύουσας. Οι Υψηλοί Άρχοντες έλεγχαν το μέγεθος των χωριών και των πόλεων στην εξοχή με ένα φόρο οικοδομών, ο οποίος αυξανόταν ανάλογα με τον αριθμό των κτιρίων. Η Ηλαίην ήταν βέβαιη ότι δεν θα επέτρεπαν στο Γκόνταν να υπάρχει και να ευημερεί στον Κόλπο της Ρεμάρα, αν δεν υπήρχε η υποτιθέμενη αναγκαιότητα μιας ισχυρής παρουσίας, που να αντικρίζει το Μαγιέν. Κατά κάποιον τρόπο ήταν ανακούφιση που άφηνε τέτοιους ανόητους πίσω της. Μακάρι μόνο να μην άφηνε πίσω της και έναν άλλο ανόητο.
Όσο περισσότερο προχωρούσε προς το νότο ο Κυματοχορευτής, τόσο αυξανόταν το πλήθος από τις ψαρόβαρκες, που οι περισσότερες ήταν κυκλωμένες από κοπάδια γλάρων και ψαροπουλιών, ειδικά από τη στιγμή που το σκάφος μπήκε στο λαβύρινθο των υδάτινων οδών που ονομαζόταν Δάχτυλα του Δράκοντα. Συχνά, τα πουλιά στον αέρα και τα μακριά κοντάρια που κρατούσαν τα δίχτυα ήταν το μόνο που φαινόταν, εκτός από τις εκτάσεις των καλαμιών και των μαχαιρόχορτων, που κυμάτιζαν στην αύρα. Ολόγυρα υπήρχαν διάσπαρτα νησάκια, όπου φύτρωναν παράξενα, στραβά δέντρα με ρίζες εκτεθειμένες στον αέρα, όμοιες με μπλεγμένους ιστούς αράχνης. Πολλές βάρκες δούλευαν δίπλα στις καλαμιές, αν και όχι με δίχτυα. Κάποια στιγμή η Ηλαίην είδε μερικές κοντά στα ανοιχτά νερά, όπου εκεί άντρες και γυναίκες έριχναν πετονιές και τραβούσαν σπαρταριστά ψάρια με σκούρες ραβδώσεις, μεγάλα σαν μπράτσο ανδρός.
Ο Δακρινός κυβερνήτης άρχισε να βηματίζει νευρικά μόλις βρέθηκαν στο δέλτα με τον ήλιο ψηλά και σήκωσε τη μύτη όταν του πρόσφεραν μια γαβάθα με πηχτή, πικάντικη ψαρόσουπα και ψωμί. Η Ηλαίην έφαγε τη δική της πεινασμένα και σκούπισε τη γαβάθα με την τελευταία μπουκιά του ψωμιού, μολονότι είχε κι αυτή την ίδια νευρικότητα. Πλατιά και στενά περάσματα εκτείνονταν προς όλες τις κατευθύνσεις. Κάποια σταματούσαν απότομα, κι αυτό φαινόταν με την πρώτη ματιά, σ' έναν τοίχο από καλαμιές. Δεν μπορούσε να ξέρει κανείς ποια άλλα μπορεί να σταματούσαν εξίσου ξαφνικά στην επόμενη στροφή. Η Κόινε δεν έκοψε ταχύτητα καθόλου, ούτε δίσταζε να διαλέξει κατεύθυνση. Προφανώς ήξερε ποιο κανάλι θα ακολουθούσε, ή το ήξερε η Ανεμοευρέτρια, όμως ο κυβερνήτης δεν έπαυε να μουρμουρίζει μόνος του, σαν να περίμενε ότι ανά πάσα στιγμή θα εξόκελλαν.
Ήταν αργά το απόγευμα, όταν φάνηκε μπροστά τους η εκβολή του ποταμού και η ατέλειωτη άπλα της Θάλασσας των Καταιγίδων παραπέρα. Οι Θαλασσινοί έκαναν κάτι με τα πανιά και το πλοίο τραντάχτηκε λιγάκι και σταμάτησε μαλακά. Μόνο τότε πρόσεξε η Ηλαίην μια μεγάλη βάρκα με κουπιά, που ερχόταν σαν βιαστικό νεροσκάθαρο με πλήθος ποδαράκια· ερχόταν από ένα νησί στο οποίο μερικά μοναχικά, πέτρινα κτίρια κύκλωναν τη βάση ενός ψηλού, στενού πύργου, με ανθρωπάκια να στέκονται στην κορυφή του, κάτω από τη σημαία του Δακρύου, που έδειχνε τρεις λευκές ημισελήνους σε κόκκινο και χρυσό φόντο. Ο κυβερνήτης πήρε δίχως λέξη το πουγκί που του πρόσφερε η Κόινε και κατέβηκε με τη σχοινένια σκάλα στη βάρκα. Μόλις έφυγε, τα πανιά γύρισαν πάλι και ο Κυματοχορευτής γύρισε κόντρα στα πρώτα κύματα της ανοιχτής θάλασσας, υψώθηκε ελαφρά, τα έκοψε και πέρασε. Οι Θαλασσινοί σκόρπισαν στα ξάρτια κι άπλωσαν κι άλλα πανιά, καθώς το πλοίο έτρεχε προς το νότο και τα δυτικά, μακριά από τη στεριά.