Выбрать главу

Όταν χάθηκε πίσω από τον ορίζοντα και η τελευταία λεπτή λουρίδα στεριάς, οι Θαλασσινές πέταξαν τις μπλούζες τους. Όλες, ακόμα και η Κυρά των Πανιών και η Ανεμοευρέτρια. Η Ηλαίην δεν ήξερε πού να κοιτάξει. Όλες αυτές οι γυναίκες τριγυρνούσαν μισόγυμνες, χωρίς να τις νοιάζουν καθόλου οι άντρες τριγύρω τους. Ο Τζούιλιν Σάνταρ φαινόταν να δυσκολεύεται όσο και η ίδια, κοίταζε εναλλάξ τις γυναίκες με γουρλωμένα μάτια και μετά ατένιζε τα πόδια του, ώσπου στο τέλος κατέβηκε κάτω σχεδόν τρέχοντας. Η Ηλαίην δεν θα επέτρεπε στον εαυτό της να τη διώξουν με τέτοιον τρόπο. Αντίθετα, προτίμησε να κοιτάζει τη θάλασσα.

Διαφορετικά έθιμα, θύμισε στον εαυτό της. Αρκεί να μην περιμένουν ότι θα κάνω το ίδιο. Η σκέψη και μόνο παραλίγο να την κάνει να ξεσπάσει σε υστερικά γέλια. Με κάποιον τρόπο της ήταν ευκολότερο να σκέφτεται το Μαύρο Άτζα, παρά αυτό. Διαφορετικά έθιμα. Φως μου!

Ο ουρανός έγινε πορφυρός, μ' ένα μουχρωμένο, χρυσαφή ήλιο στον ορίζοντα. Δεκάδες δελφίνια συνόδευαν το σκάφος, πηδώντας και στριφογυρνώντας δίπλα του, ενώ στ' ανοιχτά, πιο έξω, κάτι αστραφτερά, ασημογάλανα ψάρια πετάγονταν κοπαδιαστά πάνω από την επιφάνεια. Με τα απλωμένα πτερύγιά τους, πλάτους μιας απλωσιάς, πετούσαν πενήντα βήματα και παραπάνω, πριν χωθούν ξανά στα γκριζοπράσινα νερά που φούσκωναν. Η Ηλαίην τα παρακολούθησε κατάπληκτη να κάνουν δέκα τέτοιες πτήσεις, πριν χαθούν οριστικά.

Αλλά τα δελφίνια, με το μεγάλο, στενόμακρο σχήμα τους, ήταν ένα θαύμα από μόνα τους, μια τιμητική φρουρά που ξανάπαιρνε τον Κυματοχορευτή εκεί που ήταν η θέση του. Τα αναγνώριζε από τις περιγραφές τους στα βιβλία· λεγόταν ότι, αν έβρισκαν κάποιον να πνίγεται, θα τον έσπρωχναν στην ακτή. Δεν ήξερε αν το πίστευε, αλλά ήταν μια όμορφη ιστορία. Τα ακολούθησε, προχωρώντας στην κουπαστή ως την πλώρη, όπου έπαιζαν στο κύμα που σήκωνε το πλοίο και έγερναν στο πλάι για να την κοιτάξουν δίχως να βραδύνουν.

Είχε σχεδόν φτάσει στο στενότερο σημείο της πλώρης, όταν κατάλαβε ότι ο Θομ Μέριλιν ήταν μπροστά της, χαμογελώντας με κάποια λύπη στα δελφίνια, με το μανδύα του να φουσκώνει στον άνεμο σαν τη μάζα των πανιών από πάνω. Είχε αφήσει τα πράγματά του. Της φαινόταν οικείος· ήταν βέβαιη. «Δεν είσαι χαρούμενος, αφέντη Μέριλιν;»

Εκείνος τη λοξοκοίταξε. «Σε παρακαλώ, λέγε με Θομ, Αρχόντισσά μου».

«Θομ, λοιπόν. Μα όχι Αρχόντισσα. Εδώ πέρα είμαι απλώς η κυρά Τράκαντ».

«Όπως ορίζεις, κυρά Τράκαντ», είπε μ' ένα αμυδρό χαμόγελο.

«Πώς γίνεται να χαζεύεις τα δελφίνια και να είσαι δυστυχισμένος, Θομ;»

«Είναι ελεύθερα», είπε αυτός με τέτοιον τόνο, που η Ηλαίην δεν κατάλαβε αν της απαντούσε. «Δεν έχουν αποφάσεις να πάρουν, αντίτιμα να πληρώσουν. Δεν έχουν καμία έγνοια στον κόσμο, μόνο να βρουν ψάρια να φάνε. Και καρχαρίες μπορεί. Και λιονταρόψαρα. Και εκατό άλλα πράγματα που δεν ξέρω. Ίσως τελικά να μην είναι τόσο ζηλευτή η ζωή τους».

«Τα ζηλεύεις;» Δεν της απάντησε, αλλά και η ερώτηση η ίδια ήταν λάθος. Έπρεπε να τον κάνει να ξαναχαμογελάσει. Όχι, να γελάσει. Για κάποιο λόγο, ήταν σίγουρη ότι, αν τον έκανε να γελάσει, θα θυμόταν πού τον είχε ξαναδεί. Διάλεξε ένα άλλο θέμα συζήτησης, ένα θέμα που σίγουρα θα ήταν πιο κοντινό στην καρδιά του. «Σκοπεύεις να συνθέσεις το έπος του Ραντ, Θομ;» Τα έπη ήταν για ραψωδούς, όχι για βάρδους, αλλά λίγη κολακεία δεν θα έβλαφτε. «Το έπος του Αναγεννημένου Δράκοντα. Ο Λόιαλ σκοπεύει να γράψει βιβλίο, ξέρεις».

«Ίσως να το συνθέσω, κυρά Τράκαντ. Ίσως. Όμως ούτε η σύνθεσή μου, ούτε το βιβλίο του Ογκιρανού δεν θα έχουν σημασία μακροπρόθεσμα. Οι ιστορίες μας δεν θα διασωθούν μακροπρόθεσμα. Όταν έρθει η επόμενη Εποχή —» Έκανε μια γκριμάτσα και τράβηξε την άκρη του μουστακιού του. «Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως να απέχει μόνο ένα-δυο χρόνια. Πώς φαίνεται το τέλος μιας Εποχής; Δεν μπορεί να είναι πάντα ένας κατακλυσμός μεγάλος, σαν το Τσάκισμα. Εντούτοις, αν πιστέψουμε τις ιστορίες, αυτή τη φορά έτσι θα είναι. Να το πρόβλημα με τις προφητείες. Το πρωτότυπο είναι πάντα στην Παλιά Γλώσσα, ίσως και στον Υψηλό Ρυθμό· αν δεν ξέρεις από πριν τι σημαίνει κάτι, δύσκολα θα το καταλάβεις. Σημαίνει αυτό που λέει, ή μήπως είναι ένας φανταχτερός τρόπος για να πει κάτι παντελώς διαφορετικό;»

«Μιλούσες για το έπος σου», είπε η Ηλαίην προσπαθώντας να τον στρέψει προς τα κει, μα αυτός κούνησε το αχτένιστο, λευκό κεφάλι του.