Выбрать главу

«Μιλούσα για την αλλαγή. Το έπος μου, αν το συνθέσω —και το βιβλίο του Λόιαλ― δεν θα είναι τίποτα παραπάνω από σπόρος, αν είμαστε τυχεροί. Εκείνοι που γνωρίζουν την αλήθεια θα πεθάνουν και τα εγγόνια των εγγονιών τους θα θυμούνται κάτι διαφορετικό. Και τα εγγόνια των δικών τους εγγονιών πάλι κάτι άλλο. Ύστερα από είκοσι γενιές, ίσως εσύ να είσαι ο ήρωας, όχι ο Ραντ».

«Εγώ;» γέλασε η Ηλαίην.

«Ή ίσως ο Ματ, ή ο Λαν. Ή ακόμα κι εγώ». Την κοίταξε χαμογελώντας πλατιά, κάτι που ζέστανε το σκαμμένο απ' τον καιρό πρόσωπό του. «Ο Θομ Μέριλιν. Όχι βάρδος ― αλλά τι; Ποιος μπορεί να πει; Δεν τρώει φωτιά, είναι η ανάσα του φωτιά. Την πετά πέρα-δώθε σαν Άες Σεντάι». Ανέμισε επιδεικτικά το μανδύα του. «Ο Θομ Μέριλιν, ο μυστηριώδης ήρωας, που αναποδογυρίζει βουνά και βγάζει βασιλιάδες». Το γέλιο του έγινε τρανταχτό, βαθύ. «Ο Ραντ αλ'Θόρ ίσως να είναι τυχερός, αν στην επόμενη Εποχή θυμούνται σωστά το όνομά του».

Η Ηλαίην είχε δίκιο, δεν ήταν απλώς μια αίσθηση. Αυτό το πρόσωπο, αυτό το χαρωπό γέλιο· τα θυμόταν. Μα από πού; Έπρεπε να τον κάνει να μιλήσει κι άλλο. «Πάντα έτσι γίνεται; Δεν νομίζω να αμφιβάλει κανείς για το ότι ο Άρτουρ ο Γερακόφτερος, ας πούμε, κατέκτησε μια αυτοκρατορία. Ολόκληρο τον κόσμο, ή σχεδόν ολόκληρο».

«Ο Γερακόφτερος, νεαρή κυρά; Έφτιαξε αυτοκρατορία, βεβαίως, αλλά νομίζεις πως έκανε ό,τι λένε τα βιβλία, οι ιστορίες και τα έπη; Με τον τρόπο που λένε; Ότι σκότωσε τους εκατό καλύτερους άντρες ενός αντίπαλου στρατού, έναν-έναν; Ότι οι δύο στρατοί απλώς στέκονταν, ενώ ένας στρατηγός —ο βασιλιάς― έκανε εκατό μονομαχίες;»

«Τα βιβλία έτσι λένε».

«Δεν υπάρχει χρόνος ανάμεσα στην αυγή και το ηλιοβασίλεμα για να μονομαχήσει ένας άνθρωπος εκατό φορές, κοριτσάκι μου». Παραλίγο να τον διακόψει -κοριτσάκι μου, Ήταν η Κόρη-Διάδοχος του Άντορ, όχι ένα κοριτσάκι― αλλά αυτός είχε πάρει φόρα. «Κι αυτά έγιναν μόλις πριν από χίλια χρόνια. Ας πάμε πιο πίσω, στις παλαιότερες ιστορίες που ξέρω, στην Εποχή πριν από την Εποχή των Θρύλων. Άραγε στ' αλήθεια ο Μοσκ και ο Μερκ πάλευαν με δόρατα φωτιάς, ήταν καν γίγαντες; Άραγε στ' αλήθεια ήταν η Άλσμπετ βασίλισσα ολάκερου του κόσμου και ήταν η Άνλα στ' αλήθεια η αδελφή της; Η Άνλα ήταν πράγματι η Σοφή Συμβουλάτορας, ή μήπως ήταν κάποιος άλλος; Ρώτα καλύτερα από τι είδους ζώο βγαίνει το φίλντισι, ή από τι είδους φυτό το μετάξι. Εκτός αν κι αυτό βγαίνει από ζώο».

«Δεν ξέρω για τις άλλες ερωτήσεις», είπε η Ηλαίην κάπως πικαρισμένη· ακόμα την ενοχλούσε που την είχε πει κοριτσάκι, «αλλά για το φίλντισι και το μετάξι μπορείς να ρωτήσεις τους Θαλασσινούς».

Αυτός ξαναγέλασε ― όπως ήλπιζε η Ηλαίην, αν και πάλι δεν βοήθησε, παρά μόνο για να επιβεβαιώσει το γεγονός ότι τον ήξερε. «Πρακτική και συγκεντρωμένη, ακριβώς σαν τη μητέρα σου. Πατάς γερά στη γη και δεν αφήνεις τη φαντασία σου να πετά», της είπε, αντί να την πει ανόητη, όπως σχεδόν περίμενε και ήταν προετοιμασμένη γι' αυτό.

Εκείνη σήκωσε λιγάκι το πηγούνι της και πήρε μια πιο ψυχρή έκφραση στο πρόσωπο. Μπορεί να προσποιούνταν την κυρά Τράκαντ, όμως αυτό ήταν άλλο. Ήταν ένας ευχάριστος, ηλικιωμένος άνθρωπος και η Ηλαίην ήθελε να λύσει το αίνιγμά του, όμως δεν έπαυε να είναι βάρδος και δεν έπρεπε να μιλά για μια βασίλισσα με τόση οικειότητα. Το παράξενο πάνω του, το εξοργιστικό, ήταν ότι κάτι φαινόταν να τον διασκεδάζει σ' αυτό. Να τον διασκεδάζει!

«Ούτε και οι Άθα'αν Μιέρε το ξέρουν», της είπε. «Το μόνο που βλέπουν από τις χώρες πέρα από την Ερημιά του Άελ είναι μερικά μίλια γύρω από τα λιμάνια όπου τους επιτρέπουν να αγκυροβολήσουν. Αυτά τα μέρη έχουν ψηλά τείχη, τα οποία φρουρούνται, έτσι που δεν μπορούν ούτε να σκαρφαλώσουν για να δουν τι υπάρχει στην άλλη πλευρά. Αν κάποιο πλοίο τους πάει να πιάσει στεριά αλλού —ή και οποιοδήποτε πλοίο που δεν είναι δικό τους· μόνο στους Θαλασσινούς επιτρέπεται να πηγαίνουν εκεί― τότε αυτό το πλοίο και το πλήρωμά του χάνονται για πάντα. Και αυτά είναι σχεδόν όλα όσα έχω να σου πω έπειτα από τόσα χρόνια που ρωτώ, τόσο πολλά που δεν θέλω ούτε να το σκέφτομαι. Οι Άθα'αν Μιέρε φυλάνε τα μυστικά τους, αλλά δεν νομίζω να έχουν πολλά μυστικά από εκείνα τα μέρη. Απ' όσα μπόρεσα να μάθω, οι Καιρχινοί είχαν την ίδια αντιμετώπιση, όταν ακόμα είχαν δικαίωμα να ταξιδεύουν στην Οδό του Μεταξιού, που διέσχιζε την Ερημιά. Οι Καιρχινοί έμποροι ποτέ δεν έβλεπαν κάτι άλλο εκτός από μια περιτειχισμένη πόλη κι όσοι άφηναν το δρόμο για να περιπλανηθούν, εξαφανίζονταν».

Η Ηλαίην βάλθηκε να τον μελετά με την προσοχή που είχε δώσει στα δελφίνια. Τι είδους άνθρωπος ήταν αυτός; Δυο φορές τώρα θα μπορούσε να είχε βάλει τα γέλια μαζί της —όσο και να μην ήθελε να το παραδεχτεί μέσα της, την είχε βρει αστεία― όμως, αντίθετα, της μιλούσε σοβαρά, σαν... Να, σαν πατέρας προς κόρη. «Ίσως βρεις μερικές απαντήσεις στο πλοίο, Θομ. Πήγαιναν ανατολικά, μέχρι που πείσαμε την Κυρά των Πανιών να μας πάει στο Τάντσικο. Στο Σάρα, είπε ο Αφέντης του Φορτίου, ανατολικά του Μαγιέν· αυτό πρέπει να σημαίνει πέρα από την Ερημιά».