Εκείνος έμεινε να την κοιτάζει για λίγο. «Σάρα, είπες; Πρώτη φορά ακούω αυτό το όνομα. Η Σάρα είναι πόλη, είναι έθνος ή και τα δύο; Ίσως μάθω κάτι παραπάνω».
Τι είπα; αναρωτήθηκε εκείνη. Είπα κάτι που τον έβαλε σε σκέψεις. Φως μου! Τον είπα ότι πείσαμε την Κόινε να αλλάξει τα σχέδια της. Αυτό δεν άλλαζε τίποτα, αλλά μάλωσε τον εαυτό της αυστηρά. Μια λέξη απροσεξίας σ' αυτό τον καλόβολο γεράκο ίσως να μην έβλαπτε, αλλά το ίδιο πράγμα αν γινόταν στο Τάντσικο ίσως να τη σκότωνε, και τη Νυνάβε επίσης, κι επιπλέον τον κλεφτοκυνηγό και τον ίδιο τον Θομ. Αν ήταν μόνο ένας καλόβολος γεροντάκος. «Θομ, γιατί ήρθες μαζί μας; Απλώς επειδή σου το ζήτησε η Μουαραίν;»
Οι ώμοι του τραντάχτηκαν· η Ηλαίην κατάλαβε ότι γελούσε με τον εαυτό του. «Όσο γι' αυτό, ποιος μπορεί να πει; Δεν αντιστέκεσαι εύκολα στις Άες Σεντάι, όταν σου ζητάνε χάρη. Ίσως να ήταν η προοπτική της ευχάριστης παρέας σου στο ταξίδι. Ή ίσως να κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ο Ραντ είναι αρκετά μεγάλος και μπορεί να φροντίσει για λίγο τον εαυτό του».
Γέλασε δυνατά και η Ηλαίην δεν μπόρεσε να μη γελάσει μαζί του. Της φαινόταν αστεία η ιδέα ότι αυτός ο ασπρομάλλης ηλικιωμένος θα φρόντιζε τον Ραντ. Της ξανάρθε η αίσθηση ότι μπορούσε να τον εμπιστευτεί, δυνατότερη από ποτέ, καθώς τον κοίταζε. Όχι επειδή μπορούσε να γελά με τον εαυτό του, όχι μόνο γι' αυτό. Δεν ήξερε να πει ένα λόγο, πέρα από το γεγονός ότι, όταν κοίταζε στα γαλανά μάτια του, δεν μπορούσε να πείσει τον εαυτό της ότι αυτός ο άνθρωπος θα της έκανε ποτέ κακό.
Η επιθυμία να του τραβήξει πάλι το μουστάκι ήταν σχεδόν ακαταμάχητη, όμως ανάγκασε τα χέρια της να μείνουν ακίνητα. Στο κάτω-κάτω, δεν ήταν παιδί. Παιδί. Άνοιξε το στόμα και ξαφνικά τα πάντα χάθηκαν από το μυαλό της.
«Συγνώμη σε παρακαλώ, Θομ», είπε βιαστικά. «Πρέπει να... Συγνώμη». Ξεκίνησε με βιαστικό βήμα προς την πρύμνη, χωρίς να περιμένει την απάντηση του. Μάλλον ο Θομ θα πίστευε ότι η κίνηση του πλοίου της είχε ανακατέψει το στομάχι. Ο Κυματοχορευτής κλυδωνιζόταν πιο γοργά, επειδή προχωρούσε πιο γρήγορα μέσα στα μεγάλα, φουσκωμένα κύματα, καθώς ο άνεμος δυνάμωνε.
Στο τιμόνι, στο πρυμναίο κατάστρωμα, στέκονταν δύο άντρες ― χρειάζονταν οι μύες και των δυο τους για να κρατηθεί το πλοίο στην πορεία του. Η Κυρά των Πανιών δεν ήταν στο κατάστρωμα, ήταν όμως εκεί η Ανεμοευρέτρια, που στεκόταν στην κουπαστή πέρα από τους τιμονιέρηδες, γυμνή ως τη μέση, σαν κι αυτούς, και μελετούσε τον ουρανό, όπου τα πλατιά σύννεφα έβραζαν πιο άγρια κι από τον ωκεανό. Αυτή τη φορά δεν ήταν τα ρούχα της Τζόριν —ή η έλλειψη αυτών― η αιτία που είχε ταραχτεί η Ηλαίην. Την Ανεμοευρέτρια την περιέβαλλε η λάμψη μιας γυναίκας που αγκάλιαζε το σαϊντάρ, φαινόταν καθαρά, παρά το λιγοστό φως. Αυτό είχε νιώσει, αυτό την είχε τραβήξει. Μια γυναίκα που διαβίβαζε.
Η Ηλαίην κοντοστάθηκε λίγο πριν από το πρυμναίο κατάστρωμα για να δει τι έκανε η άλλη γυναίκα. Οι ροές του Αέρα και του Νερού που χειριζόταν η Ανεμοευρέτρια ήταν χοντρές σαν καλαμάρια, όμως τις ύφαινε επιδέξια, σχεδόν αριστοτεχνικά, κι εκτείνονταν ως εκεί που έφτανε το βλέμμα, πέρα στα νερά, σαν ιστός απλωμένος στον ουρανό. Ο άνεμος δυνάμωσε κι άλλο· οι τιμονιέρηδες ζορίζονταν και ο Κυματοχορευτής πετούσε στη θάλασσα. Η ύφανση σταμάτησε, η λάμψη του σαϊντάρ χάθηκε και η Τζόριν έγειρε στην κουπαστή, στηριγμένη στα χέρια της.
Η Ηλαίην ανέβηκε ήσυχα τη σκάλα, όμως η Θαλασσινή μίλησε με μαλακή φωνή, δίχως να γυρίσει το κεφάλι, μόλις πλησίασε αρκετά για να την ακούσει. «Εκεί που δούλευα, φαντάστηκα ότι με παρακολουθούσες. Δεν μπορούσα να σταματήσω εκείνη τη στιγμή· μπορεί να ξεσπούσε τέτοια θύελλα, που δεν θα γλίτωνε ούτε κι ο Κυματοχορευτής. Η Θάλασσα των Καταιγίδων έχει το σωστό όνομα· γεννά άγριους ανέμους, ακόμα και χωρίς τη βοήθειά μου. Δεν ήθελα να το κάνω αυτό, όμως η Κόινε είπε ότι πρέπει να φτάσουμε γρήγορα. Για σένα και για τον Κόραμουρ». Σήκωσε το βλέμμα στον ουρανό. «Αυτός ο άνεμος θα κρατήσει ως το πρωί, αν είναι θέλημα του Φωτός».
«Αυτός είναι ο λόγος που οι Θαλασσινοί δεν μεταφέρουν Άες Σεντάι;» είπε Ηλαίην, ενώ καθόταν πλάι της στην κουπαστή. «Για να μη μάθει ο Πύργος ότι οι Ανεμοευρέτριες μπορούν να διαβιβάζουν; Γι' αυτό ήταν δική σου η απόφαση να μας αφήσεις να έρθουμε κι όχι της αδελφής σου; Τζόριν, ο Πύργος δεν θα προσπαθήσει να σας εμποδίσει. Δεν υπάρχει κανένας νόμος στον Πύργο που να εμποδίζει οποιαδήποτε γυναίκα να διαβιβάζει, ακόμα κι αν δεν είναι Άες Σεντάι».