«Ο Λευκός Πύργος σας θα έρθει να ανακατευτεί. Θα θελήσει να βάλει χέρι στα πλοία μας, όπου είμαστε ελεύθεροι από στεριά και στεριανούς. Θα προσπαθήσει να μας δέσει σ' αυτόν, να μας αποκόψει από τη θάλασσα». Βαριαναστέναξε. «Το κύμα που πέρασε δεν το γυρίζεις πίσω».
Η Ηλαίην ευχήθηκε να μπορούσε να της πει ότι δεν ήταν έτσι, αλλά ο Πύργος πράγματι αναζητούσε γυναίκες και κορίτσια που μπορούσαν να μάθουν να διαβιβάζουν, τόσο για να αυξήσει τον αριθμό των Άες Σεντάι, που έφθινε σε σύγκριση με το παρελθόν, όσο και εξαιτίας του κινδύνου που υπήρχε, όταν κάποια μάθαινε να διαβιβάζει αβοήθητη. Η αλήθεια ήταν ότι οι γυναίκες που μπορούσαν να διδαχθούν πώς να αγγίζουν την Αληθινή Πηγή συνήθως κατέληγαν στον Πύργο, είτε το ήθελαν είτε όχι, τουλάχιστον μέχρι να εκπαιδευτούν ώστε να μη σκοτώσουν κατά λάθος τον εαυτό τους ή άλλες.
Ύστερα από λίγο, η Τζόριν συνέχισε. «Δεν είμαστε όλες. Μερικές μόνο. Στέλνουμε μερικά κορίτσια στην Ταρ Βάλον, για να μην έρχονται οι Άες Σεντάι να ψάχνουν ανάμεσά μας. Κανένα πλοίο που η Ανεμοευρέτριά του ξέρει να υφαίνει τους ανέμους δεν μεταφέρει Άες Σεντάι. Όταν είπατε τι είστε, φαντάστηκα ότι με είχατε καταλάβει, αλλά δεν μιλήσατε και ζητήσατε θέση στο πλοίο, οπότε έλπισα ότι ίσως να μην ήσασταν Άες Σεντάι, παρά τα δαχτυλίδια σας. Ανόητη ελπίδα. Μπορούσα να νιώσω τη δύναμη που είχατε και οι δύο. Και τώρα θα το μάθει ο Λευκός Πύργος».
«Δεν μπορώ να υποσχεθώ ότι θα κρατήσω το μυστικό σου, αλλά θα κάνω ό,τι μπορώ». Της γυναίκας, όμως, της άξιζε κάτι παραπάνω. «Τζόριν, ορκίζομαι στην τιμή του Οίκου Τράκαντ του Άντορ ότι θα βάλω τα δυνατά μου ώστε να διαφυλάξω το μυστικό σου από όποιους θα μπορούσαν να κάνουν κακό είτε σ' εσένα, είτε στο λαό σου, και ότι αν χρειαστεί να το αποκαλύψω σε κάποιον, θα κάνω ό,τι μπορώ για να προστατεύσω το λαό σου από οποιαδήποτε ανάμιξη. Ο Οίκος Τράκαντ δεν στερείται επιρροής, ακόμα και στον Πύργο». Και θα βάλω τη μητέρα να την ασκήσει, αν χρειαστεί. Με κάποιον τρόπο.
«Αν είναι θέλημα Φωτός», είπε μοιρολατρικά η Τζόριν, «όλα θα πάνε καλά. Όλα θα πάνε καλά, όλα θα πάνε καλά, τα πάντα των πάντων θα πάνε καλά, αν είναι θέλημα Φωτός».
«Υπήρχε μια νταμέην στο πλοίο των Σωντσάν, έτσι δεν είναι;» Η Ανεμοευρέτριά την κοίταξε απορημένη. «Μια αιχμάλωτη γυναίκα που μπορούσε να διαβιβάζει».
«Για τόσο νεαρή, βλέπεις βαθιά. Να γιατί στην αρχή νόμισα ότι μπορεί να μην είσαι Άες Σεντάι, επειδή είσαι τόσο νεαρή· έχω κόρες που είναι μεγαλύτερές σου, νομίζω. Δεν ήξερα ότι ήταν αιχμάλωτη· τώρα σκέφτομαι ότι μακάρι να την είχαμε σώσει. Στην αρχή ο Κυματοχορευτής ξέφυγε εύκολα από το σκάφος των Σωντσάν —είχαμε ακούσει για τους Σωντσάν και τα σκάφη τους με τα ραβδωτά πανιά, που απαιτούσαν παράξενους όρκους και τιμωρούσαν εκείνους που δεν τους έδιναν― αλλά μετά η νταμέην έσπασε δύο κατάρτια του και έκαναν ρεσάλτο με τα σπαθιά. Κατάφερα να ανάψω φωτιά στο σκάφος των Σωντσάν —μου είναι δύσκολο να υφάνω Φωτιά για να ανάψω κάτι άλλο εκτός από μια λάμπα, όμως, με το θέλημα του Φωτός, αυτό έφτανε― και ο Τόραμ ηγήθηκε του πληρώματος ενάντια στους Σωντσάν, κάνοντάς τους να γυρίσουν στα καταστρώματά τους. Κόψαμε τους γάντζους με τους οποίους είχαν κάνει το ρεσάλτο και το πλοίο τους παρασύρθηκε μακριά, ακυβέρνητο και τυλιγμένο στις φλόγες. Πάσχιζαν να το σώσουν και μας άφησαν, καθώς φεύγαμε όπως-όπως. Λυπήθηκα βλέποντάς το να καίγεται και να βουλιάζει· ήταν ωραίο σκαρί για φουσκοθαλασσιά, νομίζω. Τώρα λυπάμαι επειδή θα μπορούσαμε να σώσουμε τη γυναίκα, την νταμέην. Παρ' όλο που έκανε ζημιά στον Κυματοχορευτή, μπορεί να μην το είχε κάνει αν ήταν ελεύθερη. Το Φως να γεμίζει την ψυχή της και τα νερά να τη δεχτούν γαλήνια».
Την είχε γεμίσει θλίψη η αφήγηση της ιστορίας. Η Ηλαίην έπρεπε να της αποσπάσει την προσοχή. «Τζόριν, γιατί οι Άθα'αν Μιέρε χρησιμοποιούν το αρσενικό γένος για τα πλοία; Όλοι οι άλλοι που έχω συναντήσει χρησιμοποιούν το θηλυκό. Δεν φαντάζομαι να έχει σημασία, αλλά γιατί;»
«Οι άντρες θα σου δώσουν διαφορετική απάντηση», είπε η Ανεμοευρέτρια χαμογελώντας, «και θα σου πούνε για τη δύναμη και το μεγαλείο και τα λοιπά, όπως συνηθίζουν οι άντρες, όμως η αλήθεια είναι αυτή. Το πλοίο είναι ζωντανό, είναι σαν άντρας, με καρδιά πραγματικού άντρα». Έτριψε τρυφερά την κουπαστή, σαν να χάιδευε κάτι ζωντανό, κάτι που ένιωθε το χάδι της. «Αν του φερθείς καλά και το περιποιείσαι όπως πρέπει, θα πολεμήσει για σένα και τη χειρότερη θάλασσα. Θα πολεμήσει για να σε σώσει, ακόμα και όταν η θάλασσα το έχει πληγώσει θανάσιμα. Αν το παραμελείς, όμως, αν αγνοείς τα μικρά προμηνύματα του κινδύνου που σου δίνει, τότε θα σε πνίξει, ακόμα και σε θάλασσα λάδι, κάτω από ανέφελο ουρανό».